Mario Benedetti, poemas

drazen

New member
Πρώτον, για μια στιγμή παρανάγνωσα το "αγοράκι". Το πέρασα για μάγκικο χαιρετισμό, ακόμα περισσότερο που είχε δίπλα του το αταίριαστο δεν ήξεραν την τύφλα τους. Και τα δυο ο ποιητής τα εκφέρει με τρυφερότητα (προς το αγόρι του) και με συμπάθεια (για τους γέρους και τις μυωπικές δασκάλες), αλλά το νόημα δεν βγαίνει με την πρώτη. Μήπως ένα "μου" μετά το "αγοράκι" θα έφερνε το πράγμα σε ισορροπία; Για τις μυωπικές δασκάλες ίσως κάτι άλλο :confused:
Πρώτον, κάθε σχόλιο, ευσπρόσδεκτο.
Για το "αγοράκι" θα συμφωνήσω εν μέρει. Η αλήθεια είναι ότι με βασάνισε πολύ η απόδοση της πρωτότυπης λέξης, που, ετυμολογικά, παραπέμπει σε ένα υδροδόχο αγγείο. Σκέφτηκα το "χοντρούλη", όμως όλοι όσους ρώτησα ήταν κατηγορηματικοί: είναι ένα συνώνυμο του "muchacho", "αγόρι". Ίσως το "αγόρι μου" ταιριάζει περισσότερο, αλλά το έχω συνδέσει με το ερωτικό λεξιλόγιο. Για το "δεν ήξεραν την τύφλα τους" η κατά λέξη απόδοση θα ήταν "δεν ήξεραν το κέρατό τους", είναι μια θυμωμένη έκφραση. Την αναφορά στους γέρους και τις δασκάλες εγώ την καταλαβαίνω ως απαξιωτική, αρκεί να σκεφτεί κανείς τον τεράστιο, στις χώρες αυτές, αριθμό των καθολικών σχολείων.
Δεύτερον, η έμμετρη απόδοση, ειδικότερα η ομοιοκαταληκτική, έχει άλλους περιορισμούς και απαιτήσεις. Στην περίπτωση που ανέφερες χρειαζόταν μία λέξη που να κάλυπτε δύο μετρικούς πόδες. Ό,τι και να έπιναν, λοιπόν, θα ήταν δισύλλαβο. Η χαρακτηριστικότερη εικόνα στις χώρες του λατινοαμερικάνικου κώνου είναι άνθρωποι να ρουφούν το μάτε τους. Τα ποντς, τα άιρις κόφι, τους γκάουτσος κ.ά. τα μάθαμε, γιατί κάποιος κάποτε προέβαλε την εικόνα τους για πρώτη φορά. Ας γίνει το ίδιο και με το μάτε. Επιστρέφοντας στην λογική "όλα εύπεπτα και οικεία για τον πελάτη", θα φτάσουμε να βάλουμε τους Γάλλους να παίζουν τάβλι και όχι boules ή τους Άγγλους, αντί για μπριτζ, πρέφα.
Σ' ευχαριστώ για την ενθάρρυνση.:)

Ακολουθεί το προτελευταίο της συλλογής.


Άνδρας που κοιτάζει την χώρα του από την εξορία


Χώρα πράσινη και λαβωμένη
......στ' αλήθεια επαρχία
............καημένη πατρίδα

χώρα τραχειά και άδεια
......τάφε κοριτσιού
............αίμα στο αίμα

χώρα μακρινή και κοντινή
......αφορμή του δημίου
............κι οι καλύτεροι στην φάκα

χώρα βιολί στην θήκη
......ή σιωπή νοσοκομείου
............ή καημένε Αρτίγας (1)

χώρα που τρέμεις
......πυγμή και λογοτεχνία
............μπουντρούμι και λειμώνες

χώρα, ναι, θ’ αρματωθείς
......κομμάτι το κομμάτι
............λαό τον λαό μου

χώρα που δεν σ’ έχω
......ζωή και θάνατε
............πόσο σ’ έχω ανάγκη

χώρα πράσινη και λαβωμένη
......στ’ αλήθεια επαρχία
............καημένη πατρίδα.


(1) José Gervasio Artigas (1764-1850): εθνικός ήρωας της Ουρουγουάης.

Πρωτότυποι στίχοι: http://www.cuentosyfabulas.com.ar/2010/01/poema-hombre-que-mira-su-pais-desde-el.html
Μελοποιημένο σε "κάτι σαν ροκ μπαλάντα": http://www.youtube.com/watch?v=n47OGJoM8PM
 

drazen

New member
Μ' αυτό, τελειώνει η μικρή συλλογή των "δεκατριών ανδρών που κοιτάζουν".
Σκέφτομαι να συνεχίσω ανθολογώντας. Ίδωμεν...

Άνδρας που κοιτάζει έναν άλλο άνδρα που κοιτάζει


Είσαι κι εσύ κατάπληκτος
δεν θέλεις να δεχτείς την σωτηρία μέσω της κόλασης
ή πάλι δεν μπορείς να πιστέψεις πως υπάρχουν
συνήθεις γιοι του γείτονα
που να βάζουν την ζωή τού πλησίον στο δόκανο

ότι κάποιος μπορεί να αναπνέει
και ν’ αναζητάει τον έρωτα

και να σκοτώνει τον καιρό του
και να φιλάει τα παιδιά του
και να λέει προσευχές
μέχρι και να σιγοτραγουδά
αφού πριν έχει προδώσει
διαφθείρει
............αναμορφώσει
βάζοντας την ζωή τού πλησίον στο δόκανο

εσύ
όπως κι εγώ
είσαι κατάπληκτος

στην πραγματικότητα δεν υπάρχει φωτιά γι’ αυτόν τον καπνό
μήτε κάν υπάρχει δίψα γι’ αυτό το κανάτι
ίσως και να μην υπάρχουν πουλιά γι’ αυτόν τον άνεμο
για την ανοσία τούτη δεν υπάρχει μετά

η εκδίκηση κείται σκληρή και ήρεμη
η υπομονή ζαρώνει με τόσην αναμονή
εσύ αναρωτιέσαι πού είναι η σοδειά
και δίχως άλλο η άθικτή σου κατάπληξη
δείχνει πως στο μεταξύ κάτι μάζεψες

εσύ κοιτάζεις σχεδόν ακίνητος και σε κοιτάζω να κοιτάς
είμαστε δύο αταίριαστες αδελφές εικασίες
δεν καταλαβαίνουμε ούτε κεραία της ανήθικης τούτης δικαιοσύνης
αυτής της φάμπρικας του μίσους που η λήθη προτείνει

ίσως επέστρεψε η νιότη σου σε μιαν αναλαμπή
ένοιωσες το νόημα.......αυτό το ακατανόητο
σκέφτηκες την καρδιά.......αυτό το αδιανόητο
μα μήτ’ έτσι συνήθισες αυτή την ευλαβή φρενίτιδα
αυτή την τόσο εκπορνευμένη σφαγή
έτσι που δεν χαλάρωσες ούτ’ έναν στεναγμό
και συνέχισες να ξαφνιάζεσαι συνέχισες

κι εγώ σε κοιτάζω να κοιτάζεις σχεδόν ακίνητος
όμως φυσικά τίποτε δεν διορθώνεται

με βλέμματα
......................ματιές
...................................ή κοιτάγματα

τί λες να σηκώσουμε τα μανίκια εσύ κι εγώ;


Πρωτότυποι στίχοι: http://www.cuentosyfabulas.com.ar/2010/01/poema-hombre-que-mira-otro-hombre-que.html
 
Top