oublexis
Member
Είμαι φίλος των τηλεπαιχνιδιών γνώσεων. Παρακολουθώ όσα επεισόδια προλαβαίνω, ζωντανά ή σε κονσέρβα. Και συμμετέχω νοερά, με χαρά όταν βρίσκω κάτι σωστά ή πριν τους παίκτες, με εκνευρισμό όταν το μυαλό δεν παίρνει στροφές, και με καρτερία όταν οι ερωτήσεις αφορούν αθλητισμό, μοντέλα, ελληνική τηλεόραση και άλλα τέτοια θέματα, παντελώς άγνωστα σε μένα.
Πριν από μερικές δεκαετίες παρακολούθησα τα πρώτα μου τηλεπαιχνίδια στην Αγγλία: το θρυλικό Mastermind, τότε με τον Magnus Magnusson, που με συνέτριβε με τη δυσκολία του, και το University Challenge με τον Bamber Gascoigne, όχι πολύ πιο εύκολο.
Στην Ελλάδα τα παιχνίδια αυτά δεν θα είχαν πολλή πέραση. Θα είχαν ελάχιστους θεατές και ίσως θα δυσκολεύονταν να βρουν και παίκτες. Όμως θα αναφερθώ ειδικότερα στον Τροχό της Τύχης, το παιχνίδι που παρακολουθώ ανελλιπώς εδώ και αρκετά χρόνια και στο οποίο μου αρέσει να συμμετέχω νοερά. Αυτό που υποθέτεις κάποια στιγμή αφού έχει δει μερικά επεισόδια είναι ότι η παραγωγή θέλει κακούς παίκτες (και ας τους επαινεί συνέχεια ο σπουδαίος παρουσιαστής, ο Πέτρος Πολυχρονίδης) έτσι ώστε όχι μόνο να είναι βατό το παιχνίδι και στον θεατή που κάθεται στον καναπέ του σπιτιού του, αλλά και να τον κάνει να απορεί και να εξίσταται με τις επιδόσεις των παικτών, να νιώθει πολύ καλύτερος απ’ αυτούς και να ανεβαίνει ψυχολογικά. Ψυχαγωγία με τα όλα της.
Εγώ υπέθετα ότι αυτός ήταν ο λόγος που κατά κανόνα οι παίκτες και οι παίκτριες είναι νεαρής ηλικίας, τόσο που άνετα θα μπορούσες να καταγγείλεις το παιχνίδι για ηλικιακές διακρίσεις. Είχα επίσης αρχίσει να πιστεύω ότι τους περνούσαν και από τεστ — για να στείλουν στο πλατό όσους αποδεδειγμένα είχαν τεράστια κενά στις γνώσεις τους και είχαν παντελώς ξεχάσει όσα έμαθαν (αν τα έμαθαν ποτέ) στο σχολείο.
Τι διαπίστωνα: Πενιχρή κουλτούρα, είτε σοβαρή είτε λαϊκή — είτε το θέμα είναι, ας πούμε, όπερα είτε ταινίες. Γνώσεις ιστορίας και γεωγραφίας για κλάματα. Λεξιλόγιο φτωχό αλλά και, πάνω απ’ όλα, μηδενική ικανότητα συνδυασμού γραμμάτων — σαν άτομα που δεν έχουν παίξει ποτέ σταυρόλεξο, κρεμάλα, αναγραμματισμό. Βγαίνουν στη φόρα τα προβλήματα μιας μίζερης παιδείας, μιας απέχθειας για την εξωσχολική γνώση (αλλά και για τη σχολική). Και από στρατηγική του παιχνιδιού: τι είναι αυτό; Σπάνια εμφανίζεται παίκτης, ιδίως νεαρής ηλικίας, που να τον χαίρεσαι. Χωρίς να είναι πάντα εύκολο να επικαλεστείς σαν δικαιολογία ότι υπάρχει πίεση και τρακ στο πλατό.
Ανεβάζω εδώ μια μικρή συλλογή από περιπτώσεις με κραυγαλέες αστοχίες, του είδους που σε κάνει να φωνάζεις (πάντα από τον καναπέ, εντάξει;) «Πού πας, παιδί μου, να γίνεις ρεζίλι;». Στις λεζάντες διαβάζετε τι είπαν οι παίκτες. Σκεφτείτε μόνοι σας τι έπρεπε να είχαν πει.
Η παίκτρια διάβασε: «Ο βάρνος αψιγανός»
Ο παίκτης διάβασε: «...των Μόντι Παϊβόν»
Η παίκτρια διάβασε: «Κοριτσάκι, το να 'σαι σκούρος δε φτάνει»
Η παίκτρια διάβασε: «Σχήμα ταμπλούντ»
Διαβάστηκε: Τα γήινα χρήματα είναι πάντα ένας σικ συνδυασμός
Η παίκτρια διάβασε: «Ταχύ βουνό»
Η παίκτρια διάβασε: «Μητροπολιτικό Μουσείο Τέννις Νέας Υόρκης»
Ο παίκτης διάβασε: «Αχ βρε παλιομισοζόρια»
Να όμως που σ’ ένα πρόσφατο παιχνίδι του Τροχού ένας παίκτης που αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι ήταν από τους πιο καλούς σε γνώσεις, στρατηγική και ικανότητα να μαντεύει γρίφους από νωρίς, κατάφερε στην αρχή του παιχνιδιού να κάνει μια από τις πιο γελοίες μαντεψιές. Στην περίπτωση μιας ρήσης της Αλκυόνης Παπαδάκη («Να δίνεσαι, αλλά να μη σκορπίζεσαι») ο παίκτης μάντεψε: «Να δίνεσαι, αλλά να μη σκουπίζεσαι».
Αμέσως μετά αποκαλύφθηκε από ακριτομυθίες στα παρασκήνια ότι τα αναψυκτικά που προσφέρονται στους παίκτες κατά την αναμονή περιέχουν βενζοδιαζεπίνη, η οποία βοηθά να ξεπεράσουν το άγχος, αλλιώς δεν θα τους έβγαινε ούτε κουβέντα. Από την άλλη, πληροφορούμαστε ότι η ουσία αυτή σχεδόν αποβλακώνει τους παίκτες, γι’ αυτό έχουμε τις θλιβερές επιδόσεις, τη δυσκολία να αντιληφθούν πώς παίζεται το παιχνίδι, τις καθυστερημένες ή τις εντελώς αλόγιστες απαντήσεις.
Έτσι συνειδητοποιούμε με ανακούφιση ότι δεν φταίνε τα χάλια της παιδείας, το γεγονός ότι οι νέοι περνάνε πια τη μέρα τους με εύκολα βιντεάκια εκεί που κάποτε διάβαζαν και κανένα βιβλίο, ότι ο πλούτος της γνώσης και των προκλήσεων που προσφέρει το διαδίκτυο μένει στα αζήτητα και για λίγους. Όχι, δεν φταίει τίποτα απ’ αυτά για την αποβλάκωση. Η βενζοδιαζεπίνη φταίει.
Πριν από μερικές δεκαετίες παρακολούθησα τα πρώτα μου τηλεπαιχνίδια στην Αγγλία: το θρυλικό Mastermind, τότε με τον Magnus Magnusson, που με συνέτριβε με τη δυσκολία του, και το University Challenge με τον Bamber Gascoigne, όχι πολύ πιο εύκολο.
Στην Ελλάδα τα παιχνίδια αυτά δεν θα είχαν πολλή πέραση. Θα είχαν ελάχιστους θεατές και ίσως θα δυσκολεύονταν να βρουν και παίκτες. Όμως θα αναφερθώ ειδικότερα στον Τροχό της Τύχης, το παιχνίδι που παρακολουθώ ανελλιπώς εδώ και αρκετά χρόνια και στο οποίο μου αρέσει να συμμετέχω νοερά. Αυτό που υποθέτεις κάποια στιγμή αφού έχει δει μερικά επεισόδια είναι ότι η παραγωγή θέλει κακούς παίκτες (και ας τους επαινεί συνέχεια ο σπουδαίος παρουσιαστής, ο Πέτρος Πολυχρονίδης) έτσι ώστε όχι μόνο να είναι βατό το παιχνίδι και στον θεατή που κάθεται στον καναπέ του σπιτιού του, αλλά και να τον κάνει να απορεί και να εξίσταται με τις επιδόσεις των παικτών, να νιώθει πολύ καλύτερος απ’ αυτούς και να ανεβαίνει ψυχολογικά. Ψυχαγωγία με τα όλα της.
Εγώ υπέθετα ότι αυτός ήταν ο λόγος που κατά κανόνα οι παίκτες και οι παίκτριες είναι νεαρής ηλικίας, τόσο που άνετα θα μπορούσες να καταγγείλεις το παιχνίδι για ηλικιακές διακρίσεις. Είχα επίσης αρχίσει να πιστεύω ότι τους περνούσαν και από τεστ — για να στείλουν στο πλατό όσους αποδεδειγμένα είχαν τεράστια κενά στις γνώσεις τους και είχαν παντελώς ξεχάσει όσα έμαθαν (αν τα έμαθαν ποτέ) στο σχολείο.
Τι διαπίστωνα: Πενιχρή κουλτούρα, είτε σοβαρή είτε λαϊκή — είτε το θέμα είναι, ας πούμε, όπερα είτε ταινίες. Γνώσεις ιστορίας και γεωγραφίας για κλάματα. Λεξιλόγιο φτωχό αλλά και, πάνω απ’ όλα, μηδενική ικανότητα συνδυασμού γραμμάτων — σαν άτομα που δεν έχουν παίξει ποτέ σταυρόλεξο, κρεμάλα, αναγραμματισμό. Βγαίνουν στη φόρα τα προβλήματα μιας μίζερης παιδείας, μιας απέχθειας για την εξωσχολική γνώση (αλλά και για τη σχολική). Και από στρατηγική του παιχνιδιού: τι είναι αυτό; Σπάνια εμφανίζεται παίκτης, ιδίως νεαρής ηλικίας, που να τον χαίρεσαι. Χωρίς να είναι πάντα εύκολο να επικαλεστείς σαν δικαιολογία ότι υπάρχει πίεση και τρακ στο πλατό.
Ανεβάζω εδώ μια μικρή συλλογή από περιπτώσεις με κραυγαλέες αστοχίες, του είδους που σε κάνει να φωνάζεις (πάντα από τον καναπέ, εντάξει;) «Πού πας, παιδί μου, να γίνεις ρεζίλι;». Στις λεζάντες διαβάζετε τι είπαν οι παίκτες. Σκεφτείτε μόνοι σας τι έπρεπε να είχαν πει.
Η παίκτρια διάβασε: «Ο βάρνος αψιγανός»
Ο παίκτης διάβασε: «...των Μόντι Παϊβόν»
Η παίκτρια διάβασε: «Κοριτσάκι, το να 'σαι σκούρος δε φτάνει»
Η παίκτρια διάβασε: «Σχήμα ταμπλούντ»
Διαβάστηκε: Τα γήινα χρήματα είναι πάντα ένας σικ συνδυασμός
Η παίκτρια διάβασε: «Ταχύ βουνό»
Η παίκτρια διάβασε: «Μητροπολιτικό Μουσείο Τέννις Νέας Υόρκης»
Ο παίκτης διάβασε: «Αχ βρε παλιομισοζόρια»
Να όμως που σ’ ένα πρόσφατο παιχνίδι του Τροχού ένας παίκτης που αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι ήταν από τους πιο καλούς σε γνώσεις, στρατηγική και ικανότητα να μαντεύει γρίφους από νωρίς, κατάφερε στην αρχή του παιχνιδιού να κάνει μια από τις πιο γελοίες μαντεψιές. Στην περίπτωση μιας ρήσης της Αλκυόνης Παπαδάκη («Να δίνεσαι, αλλά να μη σκορπίζεσαι») ο παίκτης μάντεψε: «Να δίνεσαι, αλλά να μη σκουπίζεσαι».
Αμέσως μετά αποκαλύφθηκε από ακριτομυθίες στα παρασκήνια ότι τα αναψυκτικά που προσφέρονται στους παίκτες κατά την αναμονή περιέχουν βενζοδιαζεπίνη, η οποία βοηθά να ξεπεράσουν το άγχος, αλλιώς δεν θα τους έβγαινε ούτε κουβέντα. Από την άλλη, πληροφορούμαστε ότι η ουσία αυτή σχεδόν αποβλακώνει τους παίκτες, γι’ αυτό έχουμε τις θλιβερές επιδόσεις, τη δυσκολία να αντιληφθούν πώς παίζεται το παιχνίδι, τις καθυστερημένες ή τις εντελώς αλόγιστες απαντήσεις.
Έτσι συνειδητοποιούμε με ανακούφιση ότι δεν φταίνε τα χάλια της παιδείας, το γεγονός ότι οι νέοι περνάνε πια τη μέρα τους με εύκολα βιντεάκια εκεί που κάποτε διάβαζαν και κανένα βιβλίο, ότι ο πλούτος της γνώσης και των προκλήσεων που προσφέρει το διαδίκτυο μένει στα αζήτητα και για λίγους. Όχι, δεν φταίει τίποτα απ’ αυτά για την αποβλάκωση. Η βενζοδιαζεπίνη φταίει.