Τον εκλιπόντα Στηβ Τζομπς θα τον θυμούνται με νοσταλγία όλοι όσοι ήρθαν σε επαφή με τον κόσμο των υπολογιστών μέσα από έναν Μάκιντος. Είμαι κι εγώ ένας από αυτούς και η πλημμυρίδα των τελευταίων ημερών δεν με άφησε ασυγκίνητο. Ξανάφερα στη μνήμη τις «ηρωικές» εκείνες εποχές, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν άρχιζε και στην Ελλάδα να αποκτά σάρκα και οστά ο όρος οικιακός υπολογιστής. Τότε που ξεφυτρώναν στις συνοικίες μικρομάγαζα με «κομπιούτερ», τα πιτσιρίκια της γειτονιάς αποκτούσαν άλλο ένα σημείο συνάντησης πριν ή μετά το ποδόσφαιρο και τα περιοδικά για υπολογιστές πολλαπλασιάζονταν σαν τα μανιτάρια. Οι εποχές άλλαζαν, αυτοκρατορίες και τείχη κατέρρεαν και ο κόσμος ανακάλυπτε κάθε τόσο άλλον ένα τομέα της καθημερινής ζωής στον οποίο μπορούσαν να βοηθήσουν οι υπολογιστές. Το δίλημμα-σύνθημα της εποχής στο δικό μας μικρόκοσμο ήταν: συμβατός με Αϊμπιέμ ή Μάκιντος;
Πώς να μπορούσα να μεταδώσω λίγη από την ατμόσφαιρα της εποχής για όποιον δεν την έχει ζήσει; Οι κάτοχοι του Μάκιντος να ανακαλύπτουν ενθουσιασμένοι τι θα πει «μηχάνημα φιλικό προς το χρήστη» και να μεταβάλλονται στη στιγμή σε πιστούς μιας νέας θρησκείας. Να βλέπουν με οίκτο τους υπόλοιπους. Εμείς να έχουμε «γραφικό περιβάλλον» (τι άστοχη μετάφραση!), οι άλλοι να παλεύουν με γραπτές εντολές· εμείς να ανοίγουμε παράθυρα, οι άλλοι να πηγαίνουν πέρα δώθε με το βελάκι στο μενού των εντολών· εμείς να πετάμε με μια κίνηση τα άχρηστα σε κάδο σκουπιδιών, οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν τι κάνουμε· εμείς (το άκρον άωτο της μαγείας) να κουνάμε ποντίκι και να μεταφέρουμε ό,τι θέλουμε με ντραγκ εν ντροπ, οι άλλοι να ταλαιπωρούνται, να ζηλεύουν και να παραδέχονται την ανωτερότητά μας. Μα και βέβαια αισθανόμασταν διαφορετικοί και ανώτεροι. Είχε άλλο στιλ να έχεις Μάκιντος! Τη διαφήμιση του Ρίντλεϊ Σκοτ δεν την είδαμε εδώ, ούτε άλλωστε και τον Τζομπς τον ξέραμε ως όνομα, αυτά τα μάθαμε αργότερα. Μας έφτανε που σε ολοσέλιδη διαφήμιση εφημερίδων σπουδαίοι Έλληνες (από τον Γιάννη Τσεκλένη ώς τον Μίμη Πλέσσα) περηφανεύονταν που είχαν Μακ. Το ψιθυρίζαμε όλο νόημα: «Είμαστε Μακ πέρσονς». Πνεύμα μονάδος. Τι ήταν καλύτερο, να ακουμπάς τα λεφτά σου στον Μπιλ Γκέιτς, ένα γυαλάκια σπαστικό, που εξέπεμπε την εικόνα του ανέραστου και κοίταζε πώς ν’ αντιγράψει τον Μακ, ή να τα δίνεις στην Απλ που σου τα έπαιρνε τουλάχιστον με στιλ;
Πνεύμα μονάδος ακόμα κι όταν βλέπαμε γύρω μας την κατάσταση ν’ αλλάζει. Τον Γκέιτς να βγάζει Γουίντοουζ, χιλιάδες ταϊβανέζικους κλώνους να κατακλύζουν την αγορά, ο κάθε πικραμένος να κυκλοφορεί προγράμματα για συμβατούς που όλο και λιγότερο να προσαρμόζονται σε Απλ, κι από δίπλα η παντελής απουσία σέρβις στην Ελλάδα, χαίνουσα πληγή και αιτία απόγνωσης. Να λες: «Εγώ θα σας γράψω το κείμενο σε Μακ» και να σου ρίχνουνε το βάρος: «Μετατρέψτε το, παρακαλούμε, σε ελληνικά για πισί». Να φορτώνεσαι σε φίλους: «Φτιάξε μου Γιώργο, να χαρείς, ένα προγραμματάκι να γυρίζει τα ελληνικά του Μακ σε Γουίντοουζ», και να το ξέρεις πως θα χάσεις τη διαμόρφωση και να μη σε πειράζει. Διαμόρφωση απ’ την αρχή σε κείμενα μεγέθους βιβλίου. Λύσσα.
Μόνη παρηγοριά το ότι η Απλ κυριαρχούσε ακόμα στις γραφικές τέχνες και στα ατελιέ παραγωγής βιβλίων. Είχε το συγκριτικό πλεονέκτημα. Ο Μακ από τη στιγμή της σύλληψής του είχε σχεδιαστεί γι’ αυτό, όπως εκ των υστέρων διηγήθηκε ο Τζομπς στην περίφημη ομιλία του, και αυτό το όφειλε στα μαθήματα καλλιγραφίας που είχε παρακολουθήσει στα ταραγμένα πανεπιστημιακά του χρόνια. «Έμαθα για τις γραμματοσειρές με ή χωρίς πατούρα, για τις αποστάσεις μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων, για τα συστατικά της σπουδαίας τυπογραφίας». Και μόνο γι’ αυτό θα άξιζε τη λατρεία των εραστών του έντυπου λόγου. Αυτό το πλεονέκτημα, και το ότι από πολύ νωρίς η Απλ είχε προσεγγίσει τα αμερικανικά πανεπιστήμια και με επωφελείς συμφωνίες είχε αναλάβει να τα εξοπλίσει με δικά της μηχανήματα (υποδομές που δεν αλλάζουν εύκολα) είναι που κράτησε την Απλ ζωντανή στα δύσκολα χρόνια.
Πού ακριβώς ήταν το λάθος; Λίγο πολύ, απ’ όσο κατάλαβα, στην επιχειρηματική στρατηγική. Η Απλ, που καλλιεργούσε την εικόνα του αντισυμβατικού, η παρέα των χίπηδων, τα παιδιά των λουλουδιών που έφερναν στην Κοιλάδα του Πυριτίου την κουλτούρα της Καλιφόρνιας της δεκαετίας του ’60, συμπεριφέρθηκε επιχειρηματικά σαν τον χειρότερο τσιγκούνη κεφαλαιοκράτη. Παράδοξο των παραδόξων. Δεν άνοιξε τα μυστικά της, αρνήθηκε να επιτρέψει την κυκλοφορία αντιγράφων. Ό,τι μηχάνημα ή λογισμικό έμπαινε στα Μακ ήταν κατά δικό της. Ο κάτοχος του Μακ μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής, κανένα πρόβλημα συμβατότητας στα διάφορα συστατικά του εξοπλισμού του δεν υπήρχε, ήταν όλα πιστοποιημένα από την Απλ. (Για πολύν καιρό, δεν ξέρω αν ακόμα και σήμερα ισχύει, τα Μακ δεν είχαν πρόβλημα προσβολής από ιούς). Αλλά σε τι κόστος! Υπέρογκο. Ενώ απ’ την άλλη, ο ακατανόμαστος (που θέλω να τον δω κρεμασμένο στην Πλατεία Συντάγματος) άφησε όλα τα λουλούδια ν’ ανθήσουν. Γέμισε ο κόσμος «συμβατούς». Προβλήματα συμβατότητας; Άπειρα. Επιθέσεις από ιούς; Ολόκληρη βιομηχανία. Αλλά η αγορά πλημμύρισε κλώνους πισί και Γουίντοουζ. Η Απλ ψυχοραγούσε.
Κι έπειτα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Σαν ένα παραμύθι (έτσι ακριβώς πουλήθηκε στη μυθολογία της επιχειρηματικότητας, την «αφήγηση» δηλαδή που επιβάλλεται στο νου του ανθρώπου της εποχής) ξαναγύρισε ο αποδιωγμένος μεσσίας. Τότε λίγο πολύ μάθαμε στην Ελλάδα ποιος ήταν ο Στιβ Τζομπς, πώς είχε στήσει την εταιρεία και πώς διώχτηκε, τι έκανε στο μεταξύ και πώς επέστρεψε σωτήρας για να πάρει την ηθική του εκδίκηση. Πώς πήρε το ετοιμοθάνατο όραμά του και του ξαναφύσηξε ζωή.
Πρώτη, κυρίαρχη απόφασή του, να επενδύσει στην αισθητική. Ο καταναλωτής δεν θέλει πια απ’ το μηχάνημά του μόνο λειτουργικότητα, θέλει καλαισθησία, θέλει και την αίσθηση του εξατομικευμένου. Και ο Τζομπς άφησε τη βεντέτα με τον Γκέιτς, συμβιβάστηκε (σε σημείο που όποιος σήμερα έχει Μακ να μπορεί να το λειτουργεί σαν πισί), κι βάλθηκε να δώσει χαρακτήρα στα μηχανήματα με τη βοήθεια του βιομηχανικού σχεδιασμού. Έδωσε στον κόσμο Άιμακ. Πώς να μη συγκινηθεί το κοινό; Άνοιξε μόνος του το νέο μονοπάτι. Με ό,τι έριξε στην αγορά κατόπιν, τα πώς τα λένε, άιποντ, τηλέφωνα, ταμπλέτες, ήξερε πως κρατούσε το κοινό του μαγεμένο. Και ήξερε πώς να το κρατά.
Αυτός ήταν ο Τζομπς. Άνθρωπος που γνώριζε ότι η αισθητική έχει βαρύτητα, ότι φέρνει αποτέλεσμα με ρίζες μακροχρόνιες. Γνώριζε ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, αρκεί να τα κάνεις με στιλ.
Ήταν ο «Μικελάντζελο του καπιταλισμού»; Να το δεχτώ, για όση αξία έχουν τα στερεότυπα. Ήταν ο χίπης, ο μαλιάς, ο βουδιστής, ο αλλοπρόσαλλος με τη βαθιά πληγή από τα παιδικά του χρόνια. Ήταν ο τελειομανής, ο δικτατορικός, το ανυπόφορο αφεντικό, ο που δεν δίστασε να ρίξει στα λεφτά τον πρώτο φίλο και συνεργάτη του. Είχε το μάτι το διαβολικό να οραματίζεται χρήσεις που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει για πράγματα πρωτόβγαλτα (το ποντίκι, εφεύρεση της Ζήροξ το είδε σε κάποια επίσκεψή του στα εργαστήρια και το αντέγραψε αδίστακτα), έπειθε το κοινό πως έχει ανάγκες που κανείς δεν είχε φανταστεί. Αλλά για μένα, ξαναλέω, αυτό που εκτιμώ στην εικόνα του είναι η πεποίθηση στη δύναμη του αισθητικά ωραίου.
Είχε στιγμές αδυναμίας; Κρίσης; Ναι, και τις ξεπέρασε. Είχε τη δύναμη --τη σύνεση-- να συμφιλιωθεί με το φάσμα του θανάτου. Και πιο πριν, στην πιο αναπάντεχη στιγμή της ζωής του, όταν βρισκόταν στην κορφή, δοκίμασε την αντιστροφή της μοίρας, σε μια πτώση τόσο μετεωρική που θα την περιέγραφε κανείς σαν αρχαία τραγωδία. Δεν μπόρεσα, διαβάζοντας την περίφημη ομιλία του, να μείνω ασυγκίνητος σε μια αναρώτησή του που, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να την είχε βάλει ένας αρχαίος συγγραφέας στο στόμα του ήρωά του:
Πώς μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ;
Απάντηση φυσικά δεν υπάρχει. Μόνο όποιος έχει πιει το πικρό αυτό ποτήρι μέχρι τον πάτο, όπως ο Τζομπς, μπορεί να καταλάβει. Εκείνος περιπλανήθηκε στην έρημο της εξορίας κι εκεί συνάντησε το άστρο που τον ξανάφερε στο στερέωμα. Πόσοι άλλοι στη θέση του θα είχαν --θα έχουν-- λυγίσει...
Αυτή την εμπειρία του σέβομαι και αυτά τα δύο στοιχεία του (πίστη στο αισθητικά υψηλό και αλύγιστο πνεύμα στην πτώση) εκτιμώ, όταν διαβάζω την ομιλία του προς τους τελειόφοιτους στην τελετή αποφοίτησης του πανεπιστημίου Στάνφορντ του 2005. Ο Τζομπς απέκτησε με το σπαθί του το δικαίωμα να δίνει συμβουλές. Το κείμενο κυκλοφορεί διαδικτυακά εδώ και πολλά χρόνια, αλλά για λόγους προφανείς τώρα, με το θάνατο του Τζομπς, ενισχύεται η επικαιρικότητά του.
Θα ήθελα να σταθώ κι εγώ, όπως πολλοί άλλοι, στην καταληκτήρια προτροπή (που αναμασιέται κατά κόρον αυτές τις μέρες σε άλλο ένα μίντια μπλιτς από αυτά που μας επιφυλάσσουν κάθε τόσο τα μέσα).
Stay hungry. Stay foolish
Αναζήτησα προσπάθειες απόδοσης της φράσης στα ελληνικά και δεν έμεινα ικανοποιημένος. Ομολογώ ότι δεν είναι από τους εύκολους στόχος:
Όχι βέβαια:
Μείνετε πεινασμένοι, μείνετε ανόητοι, ή
Μείνε πεινασμένος. Μείνε ανόητος.
Ούτε, προς Θεού:
Μείνετε πεινασμένοι, μείνετε μωροί (Στ. Κασιμάτης, στην
Καθημερινή της Κυριακής, 9.10.2011).
Ακόμα λιγότερο:
Μείνε πεινασμένος, μείνε χαζοχαρούμενος
(Απόπειρα μετάφρασης από ένα πρόσωπο που το έχω σε χαμηλή εκτίμηση, αλλά που αξίζει να διαβάσετε το σκεπτικό του
εδώ προτού το απορρίψετε μετ’ επαίνων).
Κάπως καλύτερο το:
Παραμείνετε διψασμένοι! Παραμείνετε τρελοί!
Και ακόμα καλύτερο το:
Παραμείνετε διψασμένοι. Παραμείνετε παράτολμοι! (Τατιάνα Καποδίστρια από το Κ της
Καθημερινής πριν κάμποσες βδομάδες)
Ή το:
Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου.
Εγώ θα μετέφραζα, κι ας είναι κόντρα στις λέξεις:
Κράτα τη δίψα σου. Κράτα την τρέλα σου.
Όχι «Μείνε πεινασμένος». Δεν εννοεί να αποδιώχνεις τα υλικά αγαθά γύρω σου, ούτε να γίνεις ασκητής. «Κράτα τη δίψα σου» σημαίνει κράτα άσβεστη τη δίψα σου για το καινούργιο. Να είσαι πάντα έτοιμος για ό,τι έρχεται. Το δε «Κράτα την τρέλα σου» σημαίνει κράτα την ιερή μανία που σε κυριεύει (όποτε σε κυριεύει). Αυτό δηλαδή που όλοι γνωρίζουμε αλλά κανείς μας δεν παραδέχεται (ιδίως μπροστά στα παιδιά του):
Αυτοί που πάνε τον κόσμο μπροστά είναι οι τρελοί, όχι οι γνωστικοί.
Τέτοιος ήταν ο Τζομπς.
Υ.Γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε με διαλείμματα από προχτές ώς σήμερα, και, επειδή δεν είχα πρόσβαση στο φόρουμ, αγνοώ αν έχει γραφτεί ήδη κάτι σχετικό. Πιθανόν να έχει καταστεί ανεπίκαιρο. Στην περίπτωση αυτή οι μοδεράτορες μπορείτε να το σβήσετε.
Υ.Γ. 2: Η προτροπή Stay hungry; stay foolish με συγκίνησε τόσο όσο να λογαριάζω εδώ και λίγες εβδομάδες να την βάλω στην υπογραφή μου. Κάποιος άλλος με πρόλαβε και του αφιερώνω αυτό το σημείωμα. Χαλάλι του, γιατί κάτι ξέρει από πικρά ποτήρια.