Γκουγκλίζω, γκουγκλάρω, γκουγκλεύω, ή τι;

Σχετικά νέος στη Λεξιλογία, δεν ξέρω αν έχει ήδη συζητηθεί σε κάποιο παλιό νήμα, οπότε αν είναι παραπέμψτε με.
Το ρήμα "γκουγκλάρω" ("ψάχνω στο Google", και συνεκδοχικά σε κάθε μηχανή αναζήτησης) είναι σήμερα το πιο συνηθισμένο, εμένα όμως δεν μου αρέσει, και ως νεολογισμός ακόμα μπορεί να αλλαχτεί. Αν μη τι άλλο, δεν δίνει τη διάκριση παρατατικού-αόριστου. Συνήθως χρησιμοποιώ το "γκουγκλίζω". Σήμερα σκέφτηκα και το "γκουγκλεύω" (μου αρέσει ο αόριστος "γκούγκλεψα"!). Τι λέτε;
 

nickel

Administrator
Staff member
Μη φάτε, έχουμε γκλάρο. :D

Για την ακρίβεια: γκουγκλάρω.

Να μεταφέρω μια στιγμή όσα έχουν γραφτεί:

Το είδα σε υπότιτλο χθες, και γκουγκλεύοντας διαπίστωσα ότι την πατάνε πολλοί...

Γκουγκλάροντας/γκουγκλίζοντας/γκουγκλώντας ανακάλυψα ότι είχε γίνει σχετική συζήτηση στο μέρος που δεν έχει όνομα. Πες μου στο όνομα του Απόλλωνα ω υπερδραστήριε και παντολημματογνώστη γάτε αν έχει επαναληφθεί εδώ, αλλιώς υπόδειξέ μου πλζ τα μυστικά της δημιουργίας σφυγμομέτρησης με θέμα:

Εσείς:
  • γκουγκλάρετε;
  • γκουγκλίζετε;
  • γκουγκλεύετε;
  • γκουγκλάτε;
  • έτερόν τι (τι όμως; γράψτε δυο λογάκια)
  • αλταβίστα και ξερό ψωμί;

Μετά τιμής


Για μένα ήταν απλό: γκουγκλεύω κατά τα αλιεύω / ψαρεύω, το οποίο δίνει γκουγκλεύσεις (αλιεύσεις), γκουγκλιές (ψαριές) και γκουγκλεύματα (αλιεύματα).

Το γκουγκλάω είναι κακόηχο, και συγχέεται στον αόριστο με το γκουγκλίζω (γκούγκλησα και γκούγκλισα). Αλλά το μεν γκουγκλάω δίνει γκλουγκλιές (κλοτσάω->κλοτσιά), ενώ το γκουγκλίζω δίνει γκουγκλίσματα (ή ακόμη και γκουγκλισμούς). Ομολογώ πάντως ότι και τα δύο είναι πολύ πρακτικά στον αόριστο.

Το γκουγκλάρω χρησιμοποιεί μια κατάληξη πολύ φιλική για ξένες λέξεις, αλλά τα ρήματα σε -άρω συχνά σχηματίζονται υποχωρητικά από ουσιαστικά — οπότε σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να έχουμε καταλήξει στο ποιο θα είναι το σχετικό ουσιαστικό. Λογικά όμως δεν μπορεί να είναι η (δημοφιλής) γκουγκλιά, αλλά μάλλον κάτι κακόηχο σε γκούγκλα (πάσα->πασάρω, πόζα->ποζάρω, πίσσα->πισσάρω, πούδρα->πουδράρω).

Επίσης, έγραφε ο κ. Βαλεοντής στο Ορόγραμμα της 18/6/2007:
γκουγκλεύω
Δεν είναι αστείο, είναι πρόταση όρου· το ρήμα google (από το κύριο όνομα Google, που σημαίνει ψάχνω να βρώ κάτι με τη μηχανή αναζήτησης Google, προτείνεται να αποδοθεί γκουγκλεύω και η αντίστοιχη ενέργεια γκούγκλεμα ή γκούγκλευση (κατ’ αναλογίαν προς τα: ψαρεύω/αλιεύω και την ενέργειά τους ψάρεμα/αλίευση ή –αν προτιμάτε– κατά τα ψαχουλεύω-ψαχούλεμα και γυρεύω = ψάχνω να βρώ.


Ωραία όλα αυτά, αλλά το ρήμα σχηματίζεται από το Γκουγκλ, που είναι ξένη λέξη και δεν έχει άριστη σχέση με τα —εύω και τα —ίζω. Θα ήταν σαν να είχαμε φτιάξει *σουτεύω ή *σουτίζω. Μπορεί να μας φαίνεται μπασκλάς το γκουγκλάρω και κατάλληλο για το slang.gr, αλλά σόρι, έτσι λειτουργεί η γλώσσα, εκτός αν εσείς στον κύκλο σας σερφεύετε στο διαδίκτυο, κοπιεύετε από άλλες σελίδες ή ζουμεύετε με το φακό.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Δηλαδή όλα αυτά είναι αρχαιοελληνικά;
αγκουσεύω
αλαργεύω
κονεύω
κουρσεύω
μαγκεύω
μουρνταρεύω
μουφλουζεύω
μπαγιατεύω
μπασταρδεύω
μπερμπαντεύω
νταντεύω
πιλατεύω
ραχατεύω
ρεζιλεύω
ρεμπελεύω
ρεμπετεύω
σκαρτεύω
σουρτουκεύω
τζαζεύω
χουζουρεύω

Και μη μου πεις ότι σχηματίσαν όλα αυτά πρώτα λέξεις κανονικά εντεταγμένες σε κλιτικό πρότυπο της ελληνικής και κατόπιν έδωσαν ρήμα σε -εύω (γιατί αν ακούω τέτοια τζαζεύω!), διότι εγώ λέω (ο) γκούγκλης κι επομένως δικαιούμαι να λέω και γκουγκλεύω. Καλοφάγωτη η γκουγκλαρόσουπα! :D
 

nickel

Administrator
Staff member
επομένως δικαιούμαι να λέω και γκουγκλεύω
Προφανώς και δικαιούστε να λέτε και *γκουγκλώνω. Εγώ δεν προσπαθώ να επιβάλω άποψη, απλώς εξηγώ τους λόγους που έχει επικρατήσει το γκουγκλάρω. Διότι δεν μπορείτε να παραβλέψετε ότι:

(α) η κυριαρχία του γκουγκλάρω είναι αδιαμφισβήτητη. Ας προσθέσω τη φράση από το slang.gr που θα πρέπει να γίνει σλόγκαν για τους μεταφραστές: «Δεν ήξερες, δεν γκούγκλαρες;».
(β) λέξεις μη ενταγμένες στο κλιτικό μας σύστημα, σαφώς ξενικές, είναι πιο συνηθισμένο, αυτόματο σχεδόν, να σχηματίζουν ρήμα σε —άρω.
(γ) προφανώς το γκουγκλάρω σχηματίστηκε από το Γκουγκλ. Ούτε από την γκουγκλιά ούτε από τον Γκούγκλη.
(δ) το γκουγκλεύω έχει κάτι το κομιλφό σε σχέση με το γκουγκλάρω, όσα τζαζεύω κι αν πέσουν στο τραπέζι. (Όχι, δεν είναι αρχαιοελληνικό το κουρσεύω και τα άλλα, αλλά δεν είναι λίγο μούχλα τα περισσότερα; :) )

Στον τίτλο δεν θα προσθέσω σαν απάντηση το γκουγκλάρω. Η αγορά θα αποφασίσει, αν θεωρείτε ότι δεν έχει αποφασίσει ακόμα. Επιτρέψτε μου όμως να προσθέσω το γκουγκλάρω στην ερώτηση, για να είναι πληρέστερη.
 
Πάντως στο γκουγκλ το γκουγκλεύω είναι σχεδόν ανύπαρκτο -όμως το γκουγκλίζω έχει ένα αξιοπρεπές μερίδιο, 20-30%.

Εγώ αυθόρμητα σχημάτισα το γκουγκλίζω κάποτε και έκτοτε το τηρώ. Το γκουγκλάρω μου φαίνεται κακόηχο.

Το γκουγκλεύω έχει κατά τη γνώμη μου "τα χειρότερα των δύο κόσμων", δηλ. ούτε κανονικό σχηματισμό έχει, ούτε εύηχο είναι (αν ήμουν πολύ κακός θα έλεγα πως το γεγονός ότι το προτείνει η Ελετώ είναι επιβαρυντικό στοιχείο, αλλά δεν το λέω επειδή έχουν συνέδριο).

Ναι, έχει απόλυτο δίκιο ο Νίκελ σε όλα του τα επιχειρήματα, είναι κρυστάλλινα και ακλόνητα. Κανονικά θα έπρεπε να λέω γκουγκλάρω. Όμως το να είναι μια λέξη κακόηχη ή κακέμφατη είναι πανίσχυρη παράμετρος. Γιαυτό άλλωστε και τον Hesse τον λέμε εσφαλμένα Έσε, όχι; Γιαυτό και είπαμε αχλάδι και όχι απίδι.

Οπότε, μπορεί γιαυτό να επικρατήσει τελικά το γκουγκλίζω. Αλλά ο Νίκελ έχει δίκιο σε όσα λέει.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Να πω την αμαρτία μου, δύσκολο μου φαίνεται να γκουγκλάρω. Εγώ γκουγκλίζω και γκουγκλιστής είμαι. Και δεν μου φαίνεται περίεργο, γιατί το γκουγκλ μού μοιάζει μια υπέροχη λεωφόρος, με τα μαγαζιά της και με τα εμπόδιά της, οπότε μπορεί εκεί να είμαι περιπατητής, ανιχνευτής, αλλά και βαδιστής, εμποδιστής ή γκουγκλιστής.
Κατά τα λοιπά, τα γλωσσικά, όπως τα είπε ο sarant. Σωστά τα λέει ο Νίκελ, αλλά ποιος ξέρει πού θα κάτσει τελικά η μπίλια...
 
Ωραία όλα αυτά, αλλά το ρήμα σχηματίζεται από το Γκουγκλ, που είναι ξένη λέξη και δεν έχει άριστη σχέση με τα —εύω και τα —ίζω. Θα ήταν σαν να είχαμε φτιάξει *σουτεύω ή *σουτίζω. Μπορεί να μας φαίνεται μπασκλάς το γκουγκλάρω και κατάλληλο για το slang.gr, αλλά σόρι, έτσι λειτουργεί η γλώσσα, εκτός αν εσείς στον κύκλο σας σερφεύετε στο διαδίκτυο, κοπιεύετε από άλλες σελίδες ή ζουμεύετε με το φακό.

+1. Γκουγκλάρω δαγκωτό. Όλα τα άλλα μού φαίνονται αφύσικα και γλωσσοδέτες.
 
Και παρέμπ: Ζαζ, με όλο το θάρρος, τα περισσότερα εις -εύω που δίνεις εκεί είναι οφσάιντ, διότι σημαίνουν "γίνομαι/κάνω κάτι σαν αυτό που περιγράφει το ρήμα", π.χ. μπαγιατεύω = γίνομαι μπαγιάτικος.
 
Όταν άκουσα για πρώτη φορά το "googling" πριν 7 χρόνια, το μετέφρασα αυτόματα "γκουγκλάρισμα". Το ίδιο το "γκουγκλ" στα ελληνικά κακόηχο είναι- εε, ας το αποτελειώσουμε με την κατάληξη.
 

nickel

Administrator
Staff member
Πήγα στο σαραντάκειο και πρόσθεσα κι εγώ αυτό:

Όταν ο μεταφραστής, ο επιμελητής, ο συγγραφέας, ο λεξικογράφος, ο δάσκαλος, ο ορολόγος στέκονται απέναντι στη γλώσσα, δεν στέκονται όλοι στο ίδιο σημείο. Ο ορολόγος πλάθει νέους όρους, αλλά δεν κάνει του κεφαλιού του, οφείλει π.χ. να λαμβάνει υπόψη του και κάποια ISO (και όχι μόνο). Ο λεξικογράφος οφείλει κανονικά να περιγράφει αυτό που συμβαίνει και ο δάσκαλος αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει ή αυτό που του λένε ότι συμβαίνει (αν και ξέρουμε λεξικογράφους που κάνουν και το δάσκαλο). Ο μεταφραστής και ο επιμελητής οφείλουν να υπηρετήσουν το πνεύμα του πρωτοτύπου και να προβάλουν όσο γίνεται λιγότερο τις γλωσσικές τους ιδιορρυθμίες. Μόνο κάποιοι συγγραφείς έχουν την άνεση να επιλέγουν τη γλώσσα που θα χρησιμοποιήσουν. Να φτιάχνουν λέξεις, να ανασταίνουν άλλες, να αποτυπώνουν ντοπιολαλιές και ιδιόλεκτα, να αλλάζουν συντάξεις και ορθογραφίες, να δημιουργούν από τις ακροβασίες τού σήμερα, αν όχι τη γλώσσα, σίγουρα τα τσιτάτα τού αύριο.

Παρέθεσε ο νοικοδεσπότης κάτι που έγραψα στη Λεξιλογία, όχι όμως το αρχικό disclaimer, ότι δεν προσπαθώ να επιβάλω άποψη (δηλαδή, δεν λέω τι προτιμώ εγώ), απλώς εξηγώ τους λόγους που έχει επικρατήσει το «γκουγκλάρω» (μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, ίσως μάλιστα αδυνατούμε και να ανατρέψουμε). Μπορεί να είναι κακόηχο, αλλά ποιος θα διανοούνταν να αλλάξει το «μπουκάρω» σε «μπουκίζω» ή «μπουκεύω» (το «μπουκώνω» είναι πιασμένο). Επίσης, δεν μπορώ να ισχυριστώ αυθαίρετα ότι δεν έχουμε φτιάξει ρήματα σε –ίζω από άκλιτες ξένες λέξεις, αλλά αν έχουμε φτιάξει, θα είναι λίγα και θα ήθελα να τα ακούσω. Άρα διαφωνώ με τα γραφόμενα του ΤΑΚ στο #24, μέχρι να με πείσετε με ισχυρότερα, ή μάλλον εγκυρότερα, επιχειρήματα. Προς το παρόν, δείτε στο ΛΚΝ: http://www.komvos.edu.gr/dictonline...ay_full_lemma?the_lemma_id=6884&target_dict=1 .

Επειδή αναρωτήθηκε κάποιος για την προστακτική: Η προστακτική «γκούγκλαρε» και «γκουγκλάρισε» (ας μην ξεχνάμε ότι τα ρήματα σε –άρω το έχουν δίπορτο σε κάποιους χρόνους, βλ. το «πλασάρω» εδώ) είναι ήδη πιο διαδεδομένη από το «γκούγκλισε».

Επειδή αναρωτήθηκε κάποιος άλλος για την παθητική: γκουγκλάρομαι. Τι περίεργο έχουν τα «πλασάρομαι», «μακιγιάρομαι», «κομπλεξάρομαι», «μπλοκάρομαι» ή κάποιο άλλο από τα 174 ρήματα σε -άρομαι που δίνει το Αντίστροφο (και δεν είναι όλα).

Επειδή λοιπόν οι δημοσκοπήσεις είναι άτιμο πράγμα, που, αν το προσεγγίσεις στα τυφλά, ακόμα κι ο σοφός δεν θα μπορέσει να το χειριστεί με ακρίβεια:

Αν το ερώτημα είναι: «Εσείς ποιο ρήμα προτιμάτε όταν γράφετε χωρίς κανέναν περιορισμό;», απαντάτε σύμφωνα με το ιδιόλεκτό σας.

Αν έμπαινε στον Εκατομμυριούχο το ερώτημα «Ποιο ρήμα χρησιμοποιείται συνήθως για την αναζήτηση στο Google;» και έπρεπε να διαλέξετε από τις επιλογές: (α) Γκουγκλάρω (β) Γκουγκλεύω (γ) Γκουγκλίζω (δ) Γκουγκλώνω, οι επιλογές β-δ θα σας έριχναν αμέσως στο μαξιλαράκι.

Αν το ρίξουμε στη μελλοντολογία («Ποιο ρήμα πιστεύετε ότι θα χρησιμοποιείται συνήθως, σε 5 χρόνια από σήμερα, για την αναζήτηση στο Google;»), η δική μου πρόβλεψη θα ήταν και πάλι το (α), επειδή υποστήριξα, ευθύς εξ αρχής, ότι είναι πιο φυσιολογικό να επικρατήσει το «γκουγκλάρω» παρά τύποι πιο «κομψευόμενοι» όπως «γκουγκλίζω» ή «γκουγκλεύω». Γι’ αυτό το λόγο και για τους λόγους που ανέπτυξα στην πρώτη παράγραφο, ο μεταφραστής, ο επιμελητής και ο λεξικογράφος επιλέγουν «γκουγκλάρω» (εκτός αν θέλουν να το παρακάμψουν εντελώς). Ο ορολόγος που επιλέγει «γκουγκλεύω» επιμένει να αγνοεί το λαϊκό αισθητήριο. Τα ελεύθερα πνεύματα μπορούν να επιλέξουν «γκουγκλίζω» επειδή έτσι κι αλλιώς προτιμούν να ανήκουν σε μειοψηφίες.
 

Elsa

¥
Αυτοί που μετέφρασαν στα Ελληνικά τούτο δω το πετυχημένο, διάλεξαν γκουγκλάρω.
Αν και δεν βρίσκω πολύ καλή την απόδοση άσε με να Google-άρω αυτό για σένα, για το let me google that for you
(Άσχετα από την απόδοση, είναι ένα χρήσιμο -αν και, ίσως, όχι τόσο ευγενικό- εργαλείο για όσους δεν κάνουν τον κόπο να ψάξουν οι ίδιοι στο Google, πριν ρωτήσουν κάτι σε φόρουμ κλπ) :rolleyes:
 
Εχθές με βοηθούσε σε μια χειρονακτική εργασία ένας Έλληνας από την πρώην Σοβιετική Ένωση και σε κάποια πρότασή του αναρωτήθηκα τί ήταν πράγματι αυτό που την έκανε να μην ακούγεται ντόπια. Παροτρύνοντάς με δηλ. να σηκώσουμε κάτι μου είπε:
–Πρέπει να πάρουμε αυτό!
και φυσικά εδώ λείπει το "το", η προληπτική αντωνυμία αν θυμάμαι καλά πως την ονομάζει η σχολική Γραμματική, δηλ.: "πρέπει να το πάρουμε αυτό!"

Ομοίως το "άσε με να γκουγκλάρω αυτό για σένα" αντί για "άσε με να το γκουγκλάρω (αυτό) για σένα" εμένα μου ακούγεται κάπως "ρώσικο". :p
 

nickel

Administrator
Staff member
Τελικά, στη σφυγμομέτρηση τού
http://sarantakos.wordpress.com/2009/11/24/googlis/
μοιράστηκε το αποτέλεσμα (60-60) ανάμεσα σ’ αυτούς που γκουγκλίζουν κι εκείνους που γκουγκλάρουν.

Είχαν ενδιαφέρον κάποιες απόψεις, αναμενόμενες και μη, τις οποίες και αντιγράφω:
  • Το γκουγκλίζω επιτρέπει απαρέμφατο, το γκουγκλίζειν.
  • Ουδέποτε γκουγκλιάζω. Πάντα ερευνώ ή ηλερευνώ.
  • Ο Γούγλης κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ξάδερφος του Μόγλη.
  • Προστακτική θα πω γκούγκλισε, στον αόριστο θα πω επίσης γκούγκλισα, στον ενεστώτα όμως θα πω γκουγκλάρω.
  • Μήπως το γκουγκλίζω το προτιμούν οι πιο σιτεμένοι και το γκουγκλάρω οι νέοι;

Γενικώς, το συμπέρασμα είναι ότι μπορεί όλα αυτά τα άκλιτα δάνεια από την αγγλική, που εκεί είναι και ουσιαστικά και ρήματα (π.χ. blog, ban, surf, shoot, relax, shock, zip κ.ά.), να φτιάχνουν «λαϊκά» (ή «νεολαιίστικα») ελληνικά ρήματα σε –άρω (ο Σαραντάκος επισήμανε ότι δεν τον ενοχλεί π.χ. το «κλικάρω»), αλλά στην περίπτωση τού Google το κακό είναι διπλό, αφού στο ήδη κακόηχο γκουγκλ κοτσάρουμε και το λαϊκό –άρω. Έτσι γίνεται προσπάθεια να ανέβει λιγάκι το επίπεδό του με το γκουγκλίζω (που φτιάχνει μέχρι και απαρέμφατο :) ), αλλά κανένας σχεδόν δεν αποτόλμησε το εντελώς καθωσπρέπει και σαλονάτο γκουγκλεύω.

Δυστυχώς, δεν αλίευσα κανένα άλλο αγγλικό ρήμα σαν τα παραπάνω που να πήρε κατάληξη –ίζω, παρότι υπήρξε η πρόκληση.

Ανακάλυψα ωστόσο το Ρεμπέτικο λεξικό της πληροφορικής: http://reb-lex.blogspot.com/ :)

Ένα πρόσθετο κέρδος ήταν που μάθαμε την ελληνική καταγωγή και του Γιάχου (Γιαχού κατά Γκάλιβερ) και του Γκούγκλη:
http://valiacaldadog.blogspot.com/2007/09/google.html

Το παρακάτω, δικό μου εύρημα, από τον κατάλογο του ΟΤΕ:

 
Last edited:
Top