Από το ΜΗΛΝΕΓ:

αφήγημα [afíjima], το (ουσ. Ο όνομα).

1)
α.
Πεζό κείμενο, συνήθως λογοτεχνικό, που παρουσιάζει μια ιστορία, πραγματικά ή επινοημένα γεγονότα, βιώματα κτλ.
Χρήσεις
ιστορικό/ αυτοβιογραφικό/ ηθογραφικό/ αστυνομικό αφήγημα |σύντομο/ εκτενές αφήγημα | συλλογή αφηγημάτων |διαγωνισμός παιδικού αφηγήματος
β.
(ειδικότ.) (ως όρος φιλολογικός ή της θεωρίας της λογοτεχνίας) (από το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδ. Πατάκη, σελ. 223)
Πεζό αφηγηματικό κείμενο που περιλαμβάνει συνήθως την απλή παράταξη επεισοδίων και δε διαθέτει τη συνθετότερη δομή του μυθιστορήματος. Παλαιότερα αποδιδόταν με τον όρο διήγησις. Στην αφηγηματολογία, ο όρος αφήγημα (récit· στα ελληνικά αποδίδεται επίσης ως αφήγηση) δηλώνει το προϊόν της αφηγηματικής πράξης (narration), το αφηγηματικό κείμενο που μπορεί να αναλυθεί, ανεξάρτητα από την ειδολογική του ταξινόμηση. Κατά συνέπεια, αφήγημα είναι κάθε λογοτεχνικό πεζό κείμενο που αφηγείται μια ιστορία. Αν δεχτούμε αυτό τον ορισμό, τότε ο όρος υπερκαλύπτει εννοιολογικά τους πιο παραδοσιακούς μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα και τείνει να ταυτιστεί με τον όρο πεζογραφία. Ο όρος επεκτείνεται και σε εξωγλωσσικά συτήματα σημείων, όπως τα κινηματογραφικά έργα, τα κόμικς, το μπαλέτο κτλ., αφού τα είδη αυτά συνιστούν προϊόντα αφηγηματικής πράξης, σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία που έχει προσδώσει σημειολογική ευρύτητα στην έννοια της αφήγησης (Γιάννης Ν. Παρίσης)

2)
(στη γλώσσα των σύγχρονων πολιτικών και δημοσιογράφων η λέξη συχνά έχει αρνητικό τύπο δήλωσης)
Η παρουσίαση της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία ή υπόθεση, εικασία, σενάριο σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις, η παρουσίαση της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία ή υπόθεση, εικασία, ή το σενάριο που παρουσιάζει κάποιος, όταν το φαντάζεται, το πιστεύει ή θέλει να το κάνει πιστευτό και σε άλλους, σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις
(πρβ. παραμύθι)
Χρήσεις
«Ο κ. Σαμαράς, μετά το success story, το πρωτογενές πλεόνασμα, την έξοδο στις αγορές, θα αναδείξει ως εθνικό αφήγημα το σχέδιο για την “Ελλάδα 2021”, το οποίο θα αποτελέσει και σημείο αναφοράς το επόμενο διάστημα» (από το διαδίκτυο, www.tovima.gr)

[ΕΤΥΜ < αρχ. ἀφήγημα< ἀφηγη- (εκτεταμένο θ. του ρ. ἀφηγοῦμαι) + -μα]