PDA

View Full Version : —άρχης



nickel
30-06-2010, 11:27 AM
Έγραψα τον όρο φορουμάρχης σε ιδιωτική επιστολή (που, όπως ανέμενα, δεν έμεινε ιδιωτική — some people can be so predictable) και κάνει ήδη πιένες ο νεολογισμός, γιατί περιορισμένος σε ένα μήνυμά μου του 2008 (http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?p=20535#post20535) δεν έκανε τη δέουσα εντύπωση. Δεν διεκδικώ την πατρότητα του όρου, δεν ξέρω αν τον πρωτοσκέφτηκα εγώ, αλλά σίγουρα είναι νεολογισμός. Για τον webmaster είχα πει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, να χρησιμοποιήσουμε τον υφιστάμενο όρο τοπάρχης.

Από ΛΝΕΓ:

-άρχης {(λόγ.) κλητ. -άρχα} λεξικό επίθημα που δηλώνει: 1. το πρόσωπο που αποτέλεσε το πρώτο και αρχαιότερο μέλος (γενιάς, πάτριας κ.λπ.): γεν-άρχης, πατρι-άρχης 2. το πρόσωπο που ασκεί καθοδήγηση, εξουσία ή διοίκηση σε έναν χώρο: γυμνασι-άρχης, θιασ-άρχης, νομ-άρχης, ταγματάρχης 3. τον ιδιοκτήτη: εργοστασιάρχης, καταστηματάρχης, αιθουσάρχης.
[ΕΤΥΜ. Λεξικό επίθημα τής Αρχ. και Ν. Ελληνικής, που προέρχεται από το άρχω].

-άρχης και -αρχος. Ένα πλήθος συνθέτων σε -αρχος και –άρχης σχηματίζονται στην Ελληνική από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Η διάκριση στην Αρχαία, από όπου ξεκίνησαν τα συστήματα, δεν είναι τόσο σημασιολογική, όσο ζήτημα κατανομής σε διαλέκτους: στην αττική διάλεκτο χρησιμοποιούσαν την -αρχος, στην ιωνική διάλεκτο και την Κοινή το -άρχης, που έδωσε και πολλά νεότερα σύνθετα. Το -αρχος χρησιμοποιήθηκε κυρίως στη στρατιωτική και διοικητική ορολογία, δηλώνοντας τον αρχηγό, τον επί κεφαλής και, κατ' επέκταση, τον επιβλέποντα, τον επόπτη: ναύ-αρχος, φρούρ-αρχος, ταξί-αρχος, πλοί-αρχος, σμήν-αρχος, δήμ-αρχος, ληξί-αρχος, φύλ-αρχος, έξ-αρχος κ.ά. Το -άρχης (που επικράτησε τελικά εις βάρος τού -αρχος, μιας και τα μεταρρηματικά ονόματα σε -ος τονίζονται κανονικά στη λήγουσα -στρατ-ηγός, ψυχο-πομπός κ.τ.ό.-, πράγμα που δεν συνέβαινε με τα -αρχος) σχημάτισε πολλά σύνθετα με την ίδια σημασία («αρχηγός – επόπτης»): πατρι-άρχης, εθν-άρχης, ποιμεν-άρχης, αυλ-άρχης, επιτελ-άρχης, εργοστασι-άρχης, γυμνασι-άρχης, λυκει-άρχης, προσωπ-άρχης, θιασ-άρχης, κομματ-άρχης, τελετ-άρχης, κοινοτ-άρχης κ.ά. Πολλά είναι και τα κύρια ονόματα που σχηματίστηκαν κυρίως σε -αρχος: Αρίσταρχος, Κλέαρχος, Πλούταρχος, Τίμαρχος κ.ά.

Όπως φαίνεται από το φορουμάρχης με τη νέα ευρύτατη αποδοχή του ή το δοκιμότερο πρόσφατο καναλάρχης, το επίθημα είναι πολύ χρήσιμο. Από το Αντίστροφο επιλέγω κάποιες συνηθισμένες λέξεις σε –άρχης:

αερολιμενάρχης, αιθουσάρχης, αιρεσιάρχης, αλυτάρχης, αντισυνταγματάρχης, αττικάρχης, αυλάρχης, γενάρχης, γυμνασιάρχης, δασάρχης, εθνάρχης, ενωμοτάρχης, επιτελάρχης, εργοστασιάρχης, θαλαμάρχης, θιασάρχης, ιεράρχης, καλονάρχης, καναλάρχης, καταστηματάρχης, κλινικάρχης, κοινοτάρχης, κομματάρχης, λιμενάρχης, λυκειάρχης, μονάρχης, νομάρχης, οικογενειάρχης, ομαδάρχης, πατριάρχης, περιφερειάρχης, πλανητάρχης, πλωτάρχης, ποιμενάρχης, προσωπάρχης, σκασιάρχης, σταβλάρχης, σταθμάρχης, στασιάρχης, στρατάρχης, συγκεντρωσιάρχης, συμποσιάρχης, συνταγματάρχης, συσσιτιάρχης, σχολάρχης, σωματάρχης, ταγματάρχης, ταξιάρχης, τετράρχης, τμηματάρχης, τομεάρχης, τοπάρχης, φεουδάρχης.

Περιέργως, ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει λέξη προσφιλή στους δημοσιογράφους, τον σπουδάρχη (ΛΝΕΓ: «(κακόσ.) πρόσωπο που επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποκτήσει αξιώματα)», από την οποία και η γνωστή σπουδαρχίδης (ΛΝΕΓ: «(κακόσ.) νεαρό άτομο που επιδιώκει με κάθε τρόπο την απόκτηση θέσεων και αξιωμάτων: με τις νέες προσλήψεις γέμισε η εταιρεία σπουδαρχίδες, που σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος θα καταλάβει πιο αξιοζήλευτη θέση»).

sarant
30-06-2010, 12:13 PM
Πολύ ωραίο λήμμα.

Να προσθέσω ότι στις διαδικτυακές λίστες συζήτησης, προγόνους των φόρουμ, είχε -αναμενόμενα- φτιαχτεί ο όρος "λίσταρχος", κατ' αναλογία προς το λήσταρχος. Βλέπω στο γκουγκλ ότι έχει κάμποσες εμφανίσεις και σε σχέση με λίστες φαρμάκων.

Πάνω στο πατρόν του "Αττικάρχη" φτιάχνονται κατά περίπτωση και άλλα. Θεσσαλιάρχης (νομίζω ότι) είχε αποκληθεί ο Σουφλιάς παλιά, αλλά δεν βρίσκω ούτε μία γκουγκλιά της λέξης, ενώ βρίσκω 480 "θεσσαλάρχης". Και "θεσσαλονικάρχης" βέβαια υπάρχει. Το Ποντίκι αποκαλούσε "καμπινεδάρχη" τον Μητσοτάκη, ενώ έτσι λένε στην αργκό των ευρωϋπαλλήλων τον προϊστάμενο του ιδιαίτερου γραφείου (cabinet) ενός επίτροπου κτλ.

Μερικά έχουν και τους δυο τύπους, σε -άρχης και -αρχος, π.χ. συμποσιάρχης και συμποσίαρχος.

Το "σπουδαρχίδης" το λάνσαρε στα τέλη δεκ. 1980 ο Γεωργουσόπουλος. Βολικός τρόπος για να βρίσεις κάποιον τάχαμου χωρίς να τον βρίζεις. Κι άμα σου επιστρέψει τον χαραχτηρισμό χωρίς σπουδή να μπορείς να του κάνεις μήνυση :)

Τέλος, να νεολογίσω λίγο επειδή δεν βρίσκω το αρμόδιο νήμα. Πώς λέγεται ο μικρονοϊκός και δικτατορικός ιδιοκτήτης ενός φόρουμ; Φορουμάρχης; Όχι: Φορουμόρχις!