PDA

View Full Version : English–Greek glossary of geological terms > Αγγλοελληνικό γλωσσάριο γεωλογικών όρων (ΕΓΕ - ΕΛΕΤΟ)



nickel
02-03-2014, 09:23 PM
English–Greek glossary of geological terms — Αγγλοελληνικό γλωσσάριο γεωλογικών όρων
(Έκδοση/Edition 1 – Λήμματα/Entries: 299)
Μια συνεργασία της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας (Geological Society of Greece) με την Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας (Hellenic Society for Terminology)

Ευχαριστούμε την ΕΛΕΤΟ για την καλή δουλειά και την ενημέρωση.

English Term / Αγγλικός Όρος | Ελληνικός Όρος / Greek Term
abyssal | αβυσσικός, αβυσσαίος, αβυσσαλέος
abyssal fan | αβυσσικό ριπίδιο
accessory aperture | συμπληρωματικό στοματικό άνοιγμα
accessory mineral | επουσιώδες ορυκτό, δευτερεύον ορυκτό
acetabulum | κοτύλη
agglutinate, agglutinated | συμφυρματοπαγής
alga {pl. algae} | φύκος {ουδ., πληθ. φύκη}
allochem | αλλοχημικό
allochthonous | αλλόχθονος
alteration | εξαλλοίωση, χημική εξαλλοίωση
alternation | εναλλαγή
alveolus | κυψέλη
anomalous contact | ανώμαλη επαφή
anticline | αντίκλινο
aperture | στοματικό άνοιγμα
appearance {οf a taxon} | εμφάνιση {είδους, γένους...}
arenite, psammite | ψαμμίτης 〈λιθολογία〉, αρενίτης 〈κοκκομετρία〉
association, biocoenosis, biocenosis | βιοκοινωνία
aureole, halo | άλως
authigenic, authigenetic | αυθιγενετικός
authigenous | αυθιγενής
axial cavity 〈dasycladales〉 | αξονική κοιλότητα 〈δασύκλαδα φύκη〉
axial siphon 〈dasycladales〉 | αξονικό σιφώνιο 〈δασύκλαδα φύκη〉
bar | ανάχωμα
barrier | φραγμός
barrier island complex | σύστημα νησιωτικών φραγμών
basin | λεκάνη
bauxite | βωξίτης
benthic {not benthonic} | βενθονικός
Berriasian | Βερριάσιο
bioaccumulation | βιοσυσσώρευση
bioclast | βιοκλάστης
bioclastic limestone | βιοκλαστικός ασβεστόλιθος
bioconstruction | βιοκατασκευή
biofacies | βιοφάση
biogenic | βιογενής
biolithite | βιολιθίτης
biostasy, biostasis | βιοστασία
biostratigraphy | βιοστρωματογραφία
biotope | βιότοπος
bioturbation | βιοαναμόχλευση
biozonation | βιοζώνωση
biozone | βιοζώνη
bituminous | βιτουμενιούχος
blue-green alga 〈Cyanophyceae〉 | κυανοφύκος 〈Κυανοφύκη〉
brackish | υφάλμυρος
breccia | λατυποπαγές
calcarenite | ασβεστοψαμμίτης, ασβεσταρενίτης, καλκαρενίτης
calcareous algae | ασβεστιτικά φύκη
calcification 〈dasycladales〉 | ασβεστοποίηση
calcilutite | ασβεστοπηλίτης, ασβεστολουτίτης
calcirudite | ασβεστοψηφίτης, ασβεστορρουδίτης
calcite | ασβεστίτης
carbonate | ανθρακικός
carbonate platform | ανθρακική τράπεζα, ανθρακική κρηπίδα, ανθρακική πλατφόρμα
cavity | έγκοιλο
cavity 〈dasycladales〉 | κοιλότητα
chlorophyceae, green algae | χλωροφύκη, πράσινα φύκη
chronostratigraphy | χρονοστρωματογραφία
ciment | τσιμέντο
clast | κλάστης
clastic, detrital | κλαστικός
coarse-grained | αδρομερής
coenozone, cenozone, assemblage zone, faunizone | κοινοζώνη, ζώνη συναθροίσεως
coiled | περιελιγμένος
contact | επαφή
continental | ηπειρωτικός
continental {terrestrial} | ηπειρογενής, χερσαίος
continental platform | ηπειρωτική κρηπίδα
coquina {fr. lumachelle} | βιοσυσσώρευση
correlation | συσχέτιση
cortex 〈dasycladales〉 | φλοιός
craton | κρατονική μάζα
cribrate aperture | ηθμοειδές στοματικό άνοιγμα
crust {ex. continental crust} | φλοιός {π.χ. ηπειρωτικός φλοιός}
dasycladales, dasyclads | δασύκλαδα (φύκη)
deposit, deposition | απόθεση
deposit, mineral deposit, ore body | κοίτασμα
desilicification, desilification | αποπυριτίωση
detritus, debris | κορήματα {πληθ.}
diagenesis | διαγένεση
diagenetic | διαγενετικός
dip of beds | κλίση στρωμάτων
disappearance | εξαφάνιση (απολιθώματος)
discontinuity | ασυνέχεια
distal part | απώτερο μέρος 〈δασύκλαδα φύκη〉
dog teeth 〈diagenesis〉 | κυνόδοντες 〈διαγένεση〉
doline | δολίνη
dolomite | δολομίτης
dolomitization | δολομιτίωση
early karstification, precoce karstification | πρώιμη καρστικοποίηση
echinoid spines | βελόνες εχίνων
ecophaenotype | οικοφαινότυπος
embryonic chamber | εμβρυακός θάλαμος
emersion | ανάδυση, χέρσευση
encrusting algae | επιφλοιωτικά φύκη
erosion | διάβρωση
eustatic | ευστατικός
eustatism | ευστατισμός
event | γεγονός {εσφαλμ. συμβάν}
external platform facies | φάση εξωτερικής πλατφόρμας
facies | φάση 〈γεωλ.〉
fault | ρήγμα
fault throw | άλμα ρήγματος
fauna | πανίδα
fenestrae, birdseyes {pl.} | παράθυρα, παραθυροειδείς δομές
fibrous-radial ooid | ωοειδές ινώδους-ακτινωτής δομής
fine-grained | λεπτόκοκκος
first appearance | πρώτη εμφάνιση
flabellate, flabelliform, fan-shaped | ριπιδιόμορφος
flabellum 〈palaeont.〉 | ριπίδιο 〈παλαιοντ.〉
flora | χλωρίδα
flysch | φλύσχης
foraminifer | τρηματοφόρο
foraminifer | τρηματοφόρο
fossil | απολίθωμα
fossiliferous | απολιθωματοφόρος
fracture | ρωγμή
gap, hiatus | στρωματογραφικό κενό
gastropod | γαστερόποδο
geopetalic structure | γεωπεταλική δομή
graben | τεκτονικό βύθισμα
gradation | κοκκομετρική διαβάθμιση
granofels | γρανοβλαστίτης
granular, granulate | κοκκώδης
granulometric selection | κοκκομετρική διαλογή
granulometry | κοκκομετρία
heterochronous | ετερόχρονος
heteropic | ετεροπικός
heteropy | ετεροπία
holotype | ολότυπος
homeomorphism (between species) | ομοιομορφισμός (μεταξύ ειδών)
horst | τεκτονικό κέρας
incrustation | επιφλοίωση
index species | στρωματογραφικός δείκτης
intercalation | παρεμβολή
internal platform facies | φάση εσωτερικής πλατφόρμας
interstice | διάκενο
intertidal | μεσοπαλιρροϊκός
intraclast | ενδοκλάστης
irregular contact | ανώμαλη επαφή
irregular fenestrae {pl.} | παράθυρα ακανονίστου σχήματος
karstification | καρστοποίηση, καρστικοποίηση
key fossil, guide fossil | καθοδηγητικό απολίθωμα
key horizon | καθοδηγητικός ορίζοντας
lagoon | λιμνοθάλασσα
laminoid fenestrae {pl.} | ελασματοειδή παράθυρα
last appearance | τελευταία εμφάνιση
lateral | πλευρικός
lateral continuity | πλευρική συνέχεια
lateral transition | πλευρική μετάβαση
lateritization, laterization | λατεριτίωση
lateritization, laterization | λατεριτίωση
limestone | ασβεστόλιθος
listric fault | λιστροειδές ρήγμα
lithofacies | λιθοφάση
lithostratigraphy | λιθοστρωματογραφία
lutite {< lat. lutum} 〈granulometry〉 | πηλίτης {< πηλός}, λουτίτης 〈κοκκομετρία〉
macrofossil | μακροαπολίθωμα
margin | περιθώριο
marginal facies, margin facies | φάση περιθωρίου
marl | μάργα
marly | μαργαϊκός
massive, unbedded, nonbedded, unstratified | άστρωτος
matrix | κυρία μάζα
matrix | κυρία μάζα
melange | τεκτονικό μίγμα
metamorphic aureole | άλως επαφής, άλως μεταμόρφωσης
meteoric | μετεωρικός
meteoric diagenesis | μετεωρική διαγένεση
micrite | μικρίτης
micritization | μικριτίωση
microbiostratigraphy | μικροβιοστρωματογραφία
micro-breccia | μικρολατυποπαγές
microfacies | μικροφάση
microfacies analysis | μικροφασική ανάλυση
microfossil | μικροαπολίθωμα
microgranular | μικροκοκκώδης
microsparite | μικροσπαρίτης
nappe | κάλυμμα
nappe, overthrust nappe | κάλυμμα, κάλυμμα επωθήσεως
narrowing | στένωση
neritic | νηρητικός, νηριτικός
nodular | κονδυλώδης
nodule | κόνδυλος
obduction (of ophiolites) | επώθηση (οφιολίθων)
oncoid | ογκοειδές
ooid | ωοειδές
oolithic limestone | ωολιθικός ασβεστόλιθος
ophiolite | οφιόλιθος {παλαιά γραφή: οφειόλιθος}
ostracod | οστρακώδες
outcrop (of a formation) | εμφάνιση (ενός σχηματισμού)
overthrust | επώθηση
palaeoecology | παλαιοοικολογία
paratype | παράτυπος
parautochthonous | παραυτόχθονος
patch-reef | μεμονωμένη βιοκατασκευή
pedogenesis | πεδογένεση
pelagic | πελαγικός
pelecypod, lamellibranch | ελασματοβράγχιο, πελεκύποδο
peloid | πηλοειδές
peritidal | περιπαλιρροϊκός
phloiophorous | φλοιοφόρος
phosphate | φωσφορίτης
phosphate, phosphatic | φωσφορικός
phreatic | φρεατικός
phylogenetic | φυλογενετικός
pisoid, pisolith, pisolite {< lat. pisum} | πισοειδές, πισόλιθος {< ελλ. πίσος / πίσον, μπιζέλι}
pisolitic | πισολιθικός
planispiral | επιπεδοσπειροειδής
planktonic | πλαγκτονικός
platform | τράπεζα, κρηπίδα, πλατφόρμα
plunge | βύθιση (στρωμάτων)
plylogeny | φυλογένεση
proximal part | εγγύτερο μέρος
pseudosection | ισοχημική ψευδοτομή, ψευδοτομή
pumiceous (lava) | κισσηρώδης (λάβα)
recrystallization | ανακρυστάλλωση
red alga 〈taxa: Rhodophycophyta, Rhodophyceae etc.〉 | ροδοφύκος, ερυθρό φύκος 〈Ροδόφυτα, Ροδοφύκη...〉
reef | βιοκατασκευασμένο περιθώριο, βιοκατασκευή, βιοοικοδόμημα
reefal limestone | βιοκατασκευασμένος ασβεστόλιθος, υφαλογενής ασβεστόλιθος { Ευρύτερος όρος: βιογενής ασβεστόλιθος}
regression | απόσυρση
regressive | αποσυρσιγενής
resedimentation | επαναπόθεση
rhexistasy | ρηξιστασία
ribs, cutlets | ραβδώσεις (οστράκων)
ridge | ύβωμα
rubificated horizon {fr. horizon rubefié} |ερυθριωμένος ορίζοντας
rubification, rubefaction | ερυθρίωση, ερυθροποίηση
rudist | ρουδιστής
rudistid limestone | ρουδιστοφόρος ασβεστόλιθος
rudite | ψηφίτης, ρουδίτης 〈κοκκομετρία〉
ruditic | ψηφιτικός, ρουδιτικός 〈κοκκομετρία〉
salt pools | υπεράλμυρα τέλματα
sand bar | αμμοανάχωμα
Santonian | Σαντόνιο {με όμικρον, από τους Σαντόνες, αρχαίο λαό της Γαλατίας}
schizophyceae | σχιζόφυτα
sedimentary | ιζηματογενετικός {ο σχετιζόμενος με την ιζηματογένεση}
sedimentary | ιζηματογενής {ο γεννηθείς από τα ιζήματα}
sedimentary cycle | ιζηματογενετικός κύκλος
sedimentary rock | ιζηματογενές πέτρωμα
sedimentary structure, sedimentary fabric | ιζηματοδομή
sedimentation | ιζηματογένεση
sedimentation ratio | ταχύτητα ιζηματογένεσης
sedimentological | ιζηματολογικός
sedimentology | ιζηματολογία
Senonian | Σενόνιο {με όμικρον, από τους Σενόνες, αρχαίο λαό της Γαλατίας}
silex | πυριτόλιθος
siliceous | πυριτικός
skeleton 〈dasycladales〉 | περιχειρίδα 〈δασύκλαδα〉
slope | κλιτύς
sparite | σπαρίτης
spicule, sponge spicule | βελόνη σπόγγου
stratification, bedding | στρώση
stratified | εστρωμένος, στρωμένος
stratigraphic contact | στρωματογραφική επαφή
stratigraphy | στρωματογραφία
striae {pl.} | γραμμώσεις (οστράκων) {πληθ.}
striation | γράμμωση (οστράκων)
strike of beds | διεύθυνση στρωμάτων
stromatolite | στρωματόλιθος
subaerial exposition | αερόβια έκθεση
subsidence 〈geol〉 | βύθιση, υποχώρηση, ταπείνωση {του πυθμένα, του φλοιού}
subsidence 〈τεχν. γεωλ.〉 | εδαφική υποχώρηση, υποχώρηση 〈τεχν. γεωλ.〉
subsidence ratio | ρυθμός βύθισης, ταχύτητα βύθισης
substratum | υπόβαθρο
subtidal | υποπαλιρροϊκός
sub-zone | υποζώνη
supratidal | υπερπαλιρροϊκός
syncline | σύγκλινο
synsedimentary | συνιζηματογενής
tectonic | τεκτονικός
tectonic contact | τεκτονική επαφή
tectonic window | τεκτονικό παράθυρο
tectonics | τεκτονική {ουσ.}
terrace | αναβαθμίδα
test | κέλυφος
texture | υφή
thallus | θαλλός
thanatocoenosis, thanatocenosis, thanatocenose | θανατοκοινωνία
thick-bedded | παχυστρωματώδης
thin-bedded | λεπτοστρωματώδης
thinning | απολέπτυνση
thrust | εφίππευση
tidal-flat | παλιρροϊκό πεδίο
transform fault | ρήγμα μετασχηματισμού
transgression | επίκλυση
transgressive | επικλυσιγενής
transitional layer, transitional bed {usually pl.} | στρώμα μεταβάσεως {συνήθως πληθ.}
trap 〈petroleum geology〉 | παγίδα 〈γεωλογία πετρελαίου〉
trench | διόρυγμα
trough | αύλακα
Turonian | Τουρόνιο {με όμικρον, από τους Τουρόνες, αρχαίο λαό της Γαλατίας}
type section | τυπική τομή, τυπική εμφάνιση
uniserial | μονόσειρος
upthrow | άλμα (ρήγματος)
vadose silt | ιλύς κατεισδύσεως
wall | τοίχωμα 〈τρηματοφόρα〉
whorl, verticil 〈dasycladales〉 | σπονδύλιο 〈δασύκλαδα〉

nickel
02-03-2014, 09:25 PM
Το γλωσσάριο βρίσκεται σε μορφή PDF στη διεύθυνση:

http://www.eleto.gr/download/Bodies/Geoterms_Glossary.pdf

Έκανα μόνο μια αλλαγή στο λεξιλόγιο, από bitoumenous σε bituminous.