PDA

View Full Version : Λεξικό της λύσσας



MAKIS
12-10-2013, 10:31 PM
Αυτές τις λέξεις μάζεψα, βάλτε και εσείς την οβολλύσας.
λύσσα: (αττική διάλεκτος ή Λύττα) 1) Η αρρώστια λύσσα, κυνική μανία, οξύ, κατά κανόνα θανατηφόρο, ιογενές λοιμώδες νόσημα. 2) Ακατάσχετη μανία, παράφορη οργή, μανία έχθρα. 3) α) Σφοδρή επιθυμία, μανία για κάτι. β) ερωτική επιθυμία. γ) φανατισμός 4) πολύ αλμυρό φαγητό.
5) «τον λύσσαξα στο ξύλο»
6) Λύσσα έκφυση κάτω από τη γλώσσα του σκύλου, την οποία αφαιρούσαν γιατί πίστευαν ότι από αυτήν προερχόταν η νόσος λύσσα.
7) ως κύριο όν. ἡ Λύσσα προσωποποίηση τής μανίας.
8) Λύσσα κόρη της Νύχτας, η οποία κατά τον Ευριπίδη γεννήθηκε, όταν ραντίστηκε η Νύχτα από τις σταγόνες αίματος του Ουρανού, μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Θεωρείτο επίσης η αιτία της επιληψίας (Ηράκλεια νόσος).
αλύσσαχτος:
άλυσσο φυτό φάρμακο για τη λύσσα Άλυσσο το βραχόφιλο (Alyssum saxatile)
άλυσσος πηγή
αντιλυσσικό εμβόλιο
κυνόλυσσος
λυσσαγμάν: ο σκύλος στα καλιαντρά.
λυσσαγμένος
λυσσάγρα: Μανία, παράφορο πάθος.
λυσσάζω και λυσσιάζω: Πάσχω από την αρρώστια της λύσσας· ενεργώ παράφορα, παράλογα, οργισμένα, βίαια.
Λυσσαίνω
Λυσσαλέος
λυσσασμένος: για άνθρωπο μανιακό, παράφορο, βίαιο.
λυσσασμένοι: (Les Enrages) Τη λέξη enrages την είχε χρησιμοποιήσει πρώτος κατά των ακραίων της Γαλλικής Επανάστασης ο Μαρά, ακραίος κι αυτός, που είχε δει να επιχειρούν να τον ξεπερνούν άλλοι, στον δρόμο που δεν έχει τέλος. Το όνομα των «Λυσσασμένων» αναβίωσε κατά την εξέγερση του Μάη 1968, από μία δυναμική φοιτητική ομάδα του Πανεπιστήμιου της Ναντέρ.
λυσσάρης, λυσσάριος, λυσσιάρης λυσσάρικος: πάσχει από λύσσα· για άνθρωπο οργισμένο παράφορα, μανιακό, κακό.
Λυσσαρέα, (πρώην Μπουγιάτι) υπάγεται στο Δήμο Ηραίας.(υψόμ 700μ). Συνορεύει με τα χωριά Σαρακίνι, Όχθια, Παρνασσό, Κοκκινοράχη, Σέρβο και Αράπηδες.
λυσσάριος, λυσσάρια: 1) Που πάσχει από λύσσα, λυσσασμένος:
2)κακός, παράφορος, μανιακός:
λύσσασμα
λυσσασμένος
λυσσασμός: Μανία, παραφορά:
λυσσάς
λυσσάω
λυσσηδόν
λύσσημα
λυσσήρης
λυσσητήρ
λυσσητής: Λυσσαλέος, μανιώδης:
λυσσητικός
λυσσιάζω λυσσάζω: 1) α) Πάσχω από λύσσα· β) γίνομαι παράφορος, μανιακός, αγριεύω. 2) οργίζομαι, ξεσπώ με μανία.
λυσσιακά
λυσσιάρης, λυσσάρης: λυσσάρης, λαίμαργος.
λυσσιάρικος
λυσσιάριος, λυσσάριος: Που πάσχει από λύσσα·
λυσσιαρκά: λυσσασμένη, λαίμαργη.
Λύσσασμα
Λυσσιασμένος
Λυσσιατρείο
Λυσσίατρος
Λυσσικός
λυσσιώ: κυριεύομαι από την λύσσα
λυσσόβλητος
λυσσόγερος, λυσσόγρια. λυσσασμένος, άγριος, κακός, φιλήδονος γέρος:
λυσσοδάκτης: αυτός που δαγκώνει από λύσσα.
λυσσόδηκτος: αυτός που τον δάγκωσε λυσσασμένο ζώο ή λυσσασμένος άνθρωπος.
λυσσοδίωκτος: αυτός που διώκεται, που κατέχεται από μανία, ιδίως ερωτική
λυσσοκομείο
λυσσοκόμος
λυσσομάμουδον, λυσσομαμούδιν: Το φυτό ψωραλέα το ασφάλτιον, αγριοτριφύλλι, βρομόχορτο, κ.ά., φαρμακευτικό σε χρήση για τη θεραπεία της λύσσας:
λυσσομάνημα
λυσσομανής
λυσσομανία
λυσσομανώ: προσβολή από τη νόσο λύσσα ή από μανιώδη κατάσταση.
λυσσομαχώ
λυσσόμυγα: «…κολεόπτερα, εκ τούτων δύο ανήκουσίν εις το γένος Lydus trimaculastus και εν εις το γένος Mylabris floralis…»
λυσσοφοβία: παθολογικός φόβος από τον οποίο κατέχεται κάποιος μήπως προσβληθεί από λύσσα.
Λυσσοφόρος
Λυσσόχορτο: Το φυτό ψωραλέα το ασφάλτιον, αγριοτριφύλλι, βρομόχορτο, κ.ά., φαρμακευτικό σε χρήση για τη θεραπεία της λύσσας.
λυσσώ: πάσχω ή προσβάλλομαι από λύσσα, λυσσάζω
λυσσώδες
λυσσώδης: 1. αυτός που πάσχει από λύσσα, λυσσασμένος
2. λυσσαλέος, μανιώδης
λυσσωδώς: με λυσσώδη τρόπο, με ακατάβλητη ορμή.
λυσσώπις: αυτή που έχει λυσσώδες βλέμμα.
σσιυλλόγαμος, σκυλλόγαμος: θορυβώδης ολονύκτια συνάθροιση και αγρυπνία με όργανα και έξαλλη συμπεριφορά για θεραπεία τη νύχτα της 39ης προς την 40η από την μέρα που τον δάγκασε το λυσσασμένο σκυλί.
συλλυσσώμαι: λυσσάζω κι εγώ μαζί με κάποιον άλλο, προσβάλλομαι κι εγώ από λύσσα μαζί με άλλους.
υδροφοβία, υδροφοβικόν πάθος,
φευγυδρία

Ονόματα: Λυσσαίος Λύσσανδρος
Επίθετα: Αλυσσαβάκης, Αλυσσανδράκης, Αλυσσανδράτος, Λυσσαβούδης, Λυσσάκης, Λυσσανδρόπουλος, Λύσσανδρος, Λύσσαρης
Λυσσαρίδης, Λύσσας, Λύττας, Ξελυσσακτής, Λυσσαρέος, Λυσσαρέα

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ. Ο τύπος. λύσσα κατά την επικρατέστερη άποψη είναι παράγωγο τού θέματος τής λέξης λύκος και θεωρείται η τυπική ασθένεια τού λύκου. Ορισμένοι μάλιστα εκλαμβάνουν τη λύσσα ως θηλυκό τού λύκος και την ερμηνεύουν «λύκαινα». Ωστόσο, πρόκειται μάλλον για αφηρημένο ουσιαστικό ή για όνομα που δηλώνει τον δράστη ενέργειας. Κατ' άλλη άποψη, η λύσσα θεωρείται «ο δαίμων που μπορεί να μεταμορφώσει τον σκύλο σε λύκο». Άλλοι, τέλος, συνδέουν τη λύσσα με τη φράση και τις γλώσσες που παραδίδει ο Ησύχιος «λευκαὶ φρένες, μαινόμεναι, λαμπραί», «λυκεῖον φοβερόν» και το ρήμα «ἀλύσσειν τρέμειν», καθώς και με το αρχαίο ινδικό «φως» και όλη τη λεξιλογική ομάδα τού λευκός, από το γεγονός ότι η λύσσα κάνει τα μάτια να λάμπουν, να σπινθηροβολούν.

Earion
13-10-2013, 02:10 PM
Μάκη, για μερικά απ' αυτά τα ονόματα δες πάλι εδώ (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?13918-%CE%9B%CF%85%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1&p=200308&viewfull=1#post200308)και εδώ (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?13918-%CE%9B%CF%85%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1&p=200344&viewfull=1#post200344).