Αιτία ο «μπαγάσας» που χρησιμοποίησε ο τέως πρωθυπουργός αναφερόμενος στον νυν («με θαυμασμό»; όπως λέει το ΛΝΕΓ; ή γιατί δεν έχει μάθει ακόμα ότι η κεντρική πολιτική δεν είναι ανάγκη να θυμίζει φοιτητικές κόντρες;) έμαθα και τη λέξη βαγάσση.

bagasse = βαγάσση, στερεό υπόλειμμα της εκχύλισης σακχάρων φυτών
https://en.wikipedia.org/wiki/Bagasse

Στο ΛΝΕΓ διαβάζω ότι πήραμε τη λέξη μπαγάσας από το ιταλικό bagascia «πόρνη». Και στα γαλλικά bagasse είναι η εκπορνευόμενη γυναίκα. Από προβηγκιανό bagassa, άγνωστης ετυμολογίας, λέει ένας (Dauzat, 1954), ίσως από τα αραβικά. Attested since the 1580s, from Old Occitan bagassa (“whore”), from Gallo-Roman *bacassa ("servant"), λέει στο Wiktionary.
https://en.wiktionary.org/wiki/bagasse#French

Πίσω στο ΛΝΕΓ:
μπαγάσας (ο) {-ες κ. -ηδες}
1. πρόσωπο αναξιόπιστο, που μετέρχεται κάθε μέσο, πετυχαίνοντας τον σκοπό του με ατιμίες και απάτες: μην ακούς αυτό τον μπαγάσα τι σου λέει! ΣΥΝ. απατεώνας
2. (σκωπτ. ή με θαυμασμό) πρόσωπο που ενεργεί έξυπνα ή πονηρά, που καταφέρνει αυτό που θέλει με διάφορους τρόπους: βρε τον μπαγάσα, κοίτα τον τι σκέφτηκε πάλι! — (υποκ.) μπαγασάκος (ο), μπαγάσικος, -η, -ο. > ΣΧΟΛΙΟ λ. κατεργάρης.
[ΕΤΥΜ. < μεσν. μπαγάσα «πόρνη» < ιταλ. bagascia, πιθ. < οσκ. bagassa | *bacassa «υπηρέτρια, δούλη»].


Μεταφραστικές προτάσεις: rascal, rogue