metafrasi banner

hand-me-downs

Εδώ είναι ο ορισμός που δίνει το λεξικό:-
-ρούχα που το έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν τα φοράει πια.
Τι είναι ο συνησθισμένος όρος της καθημερινής γλώσσας; αποφόρια; μεταχειρισμένα ρούχα; απόρουχα; Εκπληκτικά, το Ματζέντα δίνει για τον όρο 'ετοιματζίδικα'. Προφανώς σημαίνει αυτός ο ορισμός 'off-the peg/ready-to-wear';
Να ένα παράδειγμα στα αγγλικά για κάποιον συμφορουμίτη να μεταφράσει στην ελληνική:-
-I see your sister's wearing hand-me-down shoes/hand-me-down clothes.
 

Severus

Active member
Εγώ θα τα έλεγα ρούχα από δεύτερο χέρι. Επίσης, θα μπορούσαμε να τα πούμε και "ξένα ρούχα" σε καθημερινές συζητήσεις, π.χ. Ντύνομαι με ξένα ρούχα, δεν αγοράζω καινούργια.

Εάν θέλεις να τονίσεις την πολύ συχνή χρήση, τότε μπορείς να πεις και χιλιοφορεμένα ή και πιο περιφραστικά σε συζήτηση: Τα (π. χ. παπούτσια) χιλιοφόρεσα και τα βαρέθηκα/σιχάθηκα.
 
Το "παροπλισμένα" θα έδινε ακριβώς την έννοια. Κοινά όμως θα λέγαμε "τα παλιά μου ρούχα/ παπούτσια" και είναι ευνόητο ότι τα λέμε παλιά επειδή δεν τα χρηισμοποιούμε πια.
 
-ρούχα που το έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν τα φοράει πια.

Απ' ό,τι βλέπω, αυτός είναι ο ορισμός για το ελληνικό "αποφόρι" (ΜΗΛΝΕΓ):

αποφόρι [apofóri], το (ουσ. Οκαρδιοχτύπι).
(συνήθ. στον πληθ.)
Παλιό, φθαρμένο ρούχο που δε φοριέται πια από τον αρχικό του κάτοχο

Χρήσεις
Φορούσε τα αποφόρια του μεγάλου του αδερφού, που του ήταν μεγάλα
Στην άκρη της αγοράς, έβλεπες πάγκους με στραπατσαρισμένα βιβλία, αποφόρια και κάθε λογής μικροεργαλεία


Ο ορισμός του αγγλικού "hand-me-downs" όπως δίνεται στο Webster είναι:

Definition of hand-me-down
1 : put in use by one person or group after being used, discarded, or handed down by another
hand-me-down clothes
hand-me-down anecdotes
2 : ready-made and usually cheap and shoddy


Άρα, θα έλεγα πολύ απλά "από δεύτερο χέρι" και "μεταχειρισμένα" για την πρώτη σημασία και "ετοιματζίδικα" (ίσως να υπάρχουν κι άλλες αποδόσεις, π.χ. "φτηνά" ή και "φτηνιάρικα") για τη δεύτερη.

Πάλι από ΜΗΛΝΕΓ:

ετοιματζίδικος [etima(n)dzíðikos], -η, -ο (επ. (Εόμορφος) ).
<μειωτ.>
1)
α. (για προϊόν, όπως ρούχα, τροφές κτλ.)
Που πωλείται ή προσφέρεται από καταστήματα ή από επιχειρήσεις έχοντας παρασκευαστεί με τυποποιημένο και μαζικό τρόπο
 

nickel

Administrator
Staff member
The sense "ready-made and usually cheap and shoddy" is American and I would call it obsolete. I agree with αποφόρια being the closest equivalent.
 
Top