ψειρίζω τίγρεις

Νάτα τα συμφραζόμενα:-

slang.gr:-ψειρίζω

Βγάζω τις ψείρες. Το κάνουν πολύ οι πίθηκοι.

Δίνω υπερβολική σημασία στις λεπτομέρειες, ψιλολογώ. Το κουράζω το πράγμα. Λέγεται και ψειρίζω τη μαϊμού. Είναι συνώνυμο με το ξεψειρίζω.

Κλέβω. Παίρνω κάτι χωρίς να με πάρουνε καθόλου χαμπάρι, πολύ μουλωχτά. Δεν είναι το κλέβω με την έννοια της ένοπλης ληστείας, δεν μπορείς, δηλαδή να ψειρίσεις μια τράπεζα. Ούτε είναι το κλέβω με την έννοια της διάρρηξης, δεν μπορείς π.χ. να ψειρίσεις ένα χρηματοκιβώτιο. Ψειρίζει όμως ο πορτοφολάς και γενικά κάθε ελαφροχέρης.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Μα δεν είπαμε; Να ψειρίζω τίγρεις. Τώρα θα μου πείτε άλλο χόμπι, άλλο δουλειά. Όπως λέμε άλλο εξάσκηση και άλλο άσκηση επαγγέλματος. Ναι αλλά για σκεφτείτε να στηθώ στη πλατεία συντάγματος και ψειρίζω τίγρεις, τι λεφτά θα μαζέψω μόλις βγάλω ντενεκεδάκι!

Τις ψειρίζει πολύ τις εργασίες και πάντοτε φοβάμαι ότι θα αργήσει να τις παραδώσει.

-Θυμάσαι μια φήμη που είχε βγει πριν μερικά χρόνια όταν είχε πάει ο Μπους στην Αλβανία ότι εκεί που έκανε χειραψίες μέσα στο πλήθος κάποιος του ψείρισε το ρολόι;
-Σιγά να μην του το ψείρισαν, θα κόπηκε το λουράκι και θα του έπεσε κάτω.

Δεν κατάλαβα όλη τη πρόταση με έντονα γράμματα, συμπεριλαμβανομένων των επιπλέον λέξεων. :(
 

pontios

Well-known member
. Τώρα θα μου πείτε άλλο χόμπι, άλλο δουλειά. Όπως λέμε άλλο εξάσκηση και άλλο άσκηση επαγγέλματος. Ναι αλλά για σκεφτείτε να στηθώ στη πλατεία συντάγματος και ψειρίζω τίγρεις, τι λεφτά θα μαζέψω μόλις βγάλω ντενεκεδάκι!
(

Here's my attempt (I saw your question still hanging in the air).

(very loosely).
"A hobby/pastime is one thing, a job/career (is) another. Picture me standing in the busy square asking a pack of (snarling) wolves/tigers to donate (their loose/small change, presumably); I'm sure the money will start pouring in from the moment I hold out/proffer my collection tin."

Interpretation: (said sarcastically)
"A hobby/pastime is one thing, a job/career (is) another. Picture me standing in the busy square coaxing loose/small change from angry/surly/narky cheapskates; I'm sure the money will start pouring in from the moment I hold out/proffer my collection tin."

τίγρεις = angry/surly cheapskates.

ψειρίζω here I think means/implies ... something (an activity, etc..) that is a total waste of time/or offers nothing more than slim pickings.
 

nickel

Administrator
Staff member
Οι γνωστές σημασίες είναι τρεις:

το ψειρίζεις = you overanalyse it
του ψείρισαν το πορτοφόλι = someone pinched his wallet
κάθεται και ψειρίζει τη μαϊμού = he’s twiddling his thumbs all day

Εκείνο το «ψειρίζει τίγρεις» δεν πρέπει να είναι διαδεδομένο και εμένα μου θυμίζει μέγα ανδραγάθημα και όχι τεμπελιά.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Το «ψειρίζω» έχει και την έννοια ότι τριγυρίζω φορτικά κάποιον για να μου δώσει κάτι (συνήθως χρήματα) και να φύγω: Πέρασε πάλι ο Γιάννης και με ψείρισε κάτι ευρώ — αλλά τι να κάνω κι εγώ, απ' τη μια τον λυπάμαι κι απ' την άλλη δεν τον αντέχω, οπότε του τα 'δωσα για να τον ξεφορτωθώ.
 

pontios

Well-known member
Ταιριάζει εδώ νομίζω και το ασχολούμαι άδικα/τζάμπα/χάνω τον χρόνο μου άδικα με μικροδουλειές (with small-time/a waste of time work).. δεν πρόκειται να μαζέψω τίποτα (it won’t be like taking candy from a baby - I’ll be dealing with tigers/mean people here - I’ll have my work cut out).
Δεν μιλάμε για τεμπελιά, συμφωνω.. ειναι σαν να λέει - «για δες τι με περιμενει»

That’s my guess, but I can definitely interpret/see it your way too.
 
Σας ευχαριστώ και τους τρεις για τη βοήθεια. Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν είχα ρωτήσει χαζή ερώτηση, μια όχι ασυνήθιστη περίσταση!! Αλήθεια, η μεταφράση που υποσχέθηκα του ποιήματος Το Σηφαλιό από τη κρητική διάλεκτο) σε κανονικά ελληνικά βρίσκεται κάτω από το νήμα 'ντεσγίνη',
με προσθήκες, αλλαγές και διορθώσεις. Σήμερα διόρθωσε ο Ζαζ τη λέξη 'καζάνα' από τη μετάφραση μου 'stock pot' σε 'pot still'.
 
Top