Page 2 of 5 FirstFirst 1 2 3 4 5 LastLast
Results 11 to 20 of 49

Thread: Πασχαλινά

  1. #11
    Senior Member daeman's Avatar
    Join Date
    Apr 2008
    Location
    anywhere I lay my head
    Posts
    22,948
    Gender
    Male
    ...
    Επειδή έτσι με ξύπνησαν σήμερα οι Λαζαρίνες.

    Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια
    ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια
    Σήκω, Λάζαρε, και μην κοιμάσαι
    ήρθε η μάνα σου από την Πόλη
    σου 'φερε χαρτί και κομπολόι (καλαμάρι)
    Γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη
    γράψε λεμονιά και κυπαρίσσι
    Οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
    δώστε μας και μας κάν' αυγουλάκι
    να χαρούμε κι εμείς λιγάκι

    Το Λάζαρο, το Λάζαρο
    τ' αυγό το καλαθάκι
    το καλαθάκι θέλει αυγό
    κι οι τσέπες μας κοκόσες*
    Εμείς εδώ δεν ήρθαμε
    να φάμε και να πιούμε
    αλλά σας αγαπήσαμε
    κι ήρθαμε να σας δούμε
    Και του χρόνου!


    *κοκόσες: καρύδια (κουκόσου, ουσ. ουδ., πληθ. κουκοάσι (kukosu, kukoasi) = κάρυον. Εκ του ν. ελ. κοκόσα και γκουγκούσα εν Βελβενδώ της Μακεδονίας, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης υπό Κωνσταντίνου Νικολαΐδου, 1909).


    Φωτογραφία από το βιβλίο «Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία» του λαογράφου Κώστα Λιάπη

    Την παραμονή του Λαζάρου, κορίτσια μέχρι δώδεκα ετών που ονομάζονται Λαζαρίνες, μαζεύουν λουλούδια με τα οποία στολίζουν ένα καλαθάκι. Την ημέρα της εορτής, ενίοτε φορώντας τοπικές ενδυμασίες αλλά συνήθως με τ' ανοιξιάτικα καλά τους, με ανθοστέφανα στα μαλλιά ή πολύχρωμες κορδέλες στολισμένες με λουλούδια, και κρατώντας το ανθοστόλιστο καλαθάκι τους, πηγαίνουν σε όλα τα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου για να τιμήσουν την ανάστασή του αλλά και την ανάσταση της φύσης με τον ερχομό της άνοιξης. Το έθιμο είναι τόσο εδραιωμένο στην τοπική κοινωνία που την Παρασκευή πριν του Λαζάρου τα κορίτσια του δημοτικού δεν πάνε στο σχολείο (και τ' αγόρια, παρότι το μάθημα εκείνη την ημέρα είναι παραδοσιακά χαλαρό, σκάνε από τη ζήλια τους).

    Το παραδοσιακό φιλοδώρημα στις Λαζαρίνες, όπως φαίνεται και στα κάλαντα, ήταν φρέσκα αβγά - τα οποία βάφονταν κόκκινα τη Μεγάλη Πέμπτη μαζί με τα υπόλοιπα, αλλά φυλάσσονταν χωριστά ώστε να κερνούν με αυτά μόνο όποιους επισκέπτες ήθελαν να τιμήσουν ιδιαίτερα - τις πρόσφατες δεκαετίες όμως κυριαρχούσε η ευκολία του χρήματος, σε κέρμα συνήθως ή και χαρτονόμισμα οι ανοιχτοχέρηδες. Ωστόσο, με την τρέχουσα οικονομική δυστοκία, επανακάμπτει η ωοτοκία και τα αβγά αρχίζουν να επανεμφανίζονται στα καλαθάκια, μαζί με γλυκά, καρύδια ή άλλα μικρά εδέσματα που ούτως ή άλλως και κατά παράδοση προσφέρονταν.




    Οι Λαζαρίνες του Πηλίου αποτελούν μια χαρακτηριστική γραφική νότα καθώς ξεχύνονται σε χαρούμενες συντροφιές πρωί-πρωί την παραμονή ή ανήμερα της γιορτής του Λαζάρου στις μοσχομύριστες γειτονιές, έχοντας στο καλαίσθητο στολισμένο με αγριόκρινους (λαζάρια) καλαθάκι τους την κούκλα ή το πάνινο ομοίωμα του Λαζάρου. Οι δροσερές κοριτσίστικες φωνούλες ακούονται πασίχαρες μέσα στο ανοιξιάτικο πρωινό καθώς τραγουδούν.

    Οι παραλλαγές των τραγουδιών με τα οποία οι πηλιορείτισσες Λαζαρίνες χαιρετίζουν το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου είναι αρκετές, φαινόμενο που αποδείχνει την πλατιά απήχηση που είχε το γεγονός που τις υπόθαλψε στη λαϊκή ψυχή.

    Κ. Λιάπης, «Ώρες του Πηλίου», Αθήνα 1978 (μέσω)


    Το Σάββατο του Λαζάρου, κινούμενο συνήθως μέσα στις καλύτερες ώρες της άνοιξης, ήταν εθιμικά, όπως είναι και ψυχολογικά, ένα χαρούμενο προανάκρουσμα της Μεγάλης Γιορτής, μια θαυμαστή προανάσταση συνανθρώπου, που έφερνε πάντα τους χριστιανικούς λαούς, ιδιαίτερα εμάς τους ανατολικούς, τους πιο βασανισμένους από δουλείες και ξενοκρατίες, πολύ πιο κοντά στην ολοκληρωμένη χαρά της θεϊκής ανάστασης της Λαμπρής, απ' όσο θα την άφηναν οι δύσκολες μέρες του Πάθους.
    Δ. Σ. Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης», Αθήνα 1980 (ό.π.)


    Σύμφωνα με τον Νίκο Πασχαλούδη (από την Τερπνή Σερρών όπου το έθιμο τηρείται πάνω από δυόμισι αιώνες τώρα) που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το έθιμο των Λαζαρίνων, τις παραδόσεις και το τοπικό ιδίωμα της Βισαλτίας:
    ''Παλιότερα τα κάλαντα λέγονταν στην αρχή κάθε μήνα, ύστερα καθιερώθηκε να λέγονται κάθε πρωτοχρονιά, η οποία άλλαζε κάθε τόσο για διάφορους λόγους. Όμως επειδή οι συνήθειες του λαού δεν άλλαζαν εύκολα, σ' αυτές τις μετακινήσεις της πρωτοχρονιάς, που πήγαιναν μια το χειμώνα και μια την άνοιξη, είχαμε άλλους που τις ακολουθούσαν με τα κάλαντά τους κι άλλους που επέμεναν σ' αυτό που ήξεραν. Έτσι σκόρπισαν τα κάλαντα σε διάφορες χρονικές στιγμές. Με το Χριστιανισμό, το έθιμο με τα κάλαντα επιβίωσε μέσα στο κλίμα του, κι έχουμε μέχρι τις μέρες μας τα κάλαντα του δωδεκαήμερου, τα κάλαντα της 1ης Μαρτίου, τα κάλαντα του Λαζάρου. Τα κάλαντα στην αρχή ήταν χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Τα θρησκευτικά στοιχεία, πρώτα ειδωλολατρικά κι έπειτα χριστιανικά, έμπαιναν στα κάλαντα σιγά-σιγά, και τη θέση των αρχαίων θεών πήρε ο Χριστός και οι άγιοι της χριστιανικής θρησκείας. Έτσι και στα λαζαριανά κάλαντα του χωριού μας φαίνονται ομοιότητες με τα αρχαία κάλαντα''.


    «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου» (πηγή)

    Attached Thumbnails Attached Thumbnails Click image for larger version. 

Name:	b8oi38.jpg 
Views:	5 
Size:	84.2 KB 
ID:	3854   Click image for larger version. 

Name:	lazar4.jpg 
Views:	7 
Size:	34.0 KB 
ID:	3855  
    Θεωρητικά, θεωρία και πράξη είναι το ίδιο πράγμα. Στην πράξη, όμως, διαφέρουν.
    When this you see, remember me and bear me in your mind, let all the world say what they may, speak of me as you find.

  2. #12
    Senior Member daeman's Avatar
    Join Date
    Apr 2008
    Location
    anywhere I lay my head
    Posts
    22,948
    Gender
    Male
    ...
    Αύριο θα πάω να πω τα Λαζαράκια. Θα πάω μόνη μου, αφού δεν ξέρω άλλα παιδιά να πάμε μαζί. Και θα πάω μόνο εδώ μέσα στην πολυκατοικία. Βρήκα και καλαθάκι.

    Στη Σύμη βγαίνουμε παρέες παρέες. Έναν τον ντύνουμε με το σεντόνι Λάζαρο. Κάνει, δηλαδή, τον Αναστημένο Λάζαρο. Κι εμείς πάμε στα σπίτια, λέμε το τροπάριο και μας δίνουν αυγά, που τα βάζουμε στα καλαθάκια μας. Μας δίνουν και Λαζαράκια. Κάτι ψωμάκια, δηλαδή, με καρύδια και μύγδαλα και σουσάμι και μπαχάρια διάφορα. Κι όπως είμαστε απ' τη νηστεία του σαραντάμερου... μας φαίνονται σπουδαία!

    Γι' αυτό και σήμερα ζυμώσαμε με τη μάνα μου Λαζαράκια. Για τα παιδάκια που θα 'ρθουν αύριο να μας τα πούνε.

    [...]

    Σήμερα έβαλα τα καλά μου, πήρα το καλαθάκι μου και βγήκα. Πήγα πρώτα εδώ δίπλα, στη γριά. Αυτή ποτέ δε βγαίνει απ' το σπίτι της. Κάποια κυρία έρχεται δυο τρεις φορές το μήνα και της φέρνει κάτι πακέτα τρόφιμα. Χτυπάω, μου ανοίγει η γριά. Από μέσα φαίνεται η χοντρή. Φοράει πάλι την αντρική πιτζάμα... Της λέω το τροπάριο.

    Πες μας, Λάζαρε, τι είδες
    εις τον Άδη που επήγες;
    Είδα φόβους, είδα τρόμους
    είδα βάσανα και πόνους

    «Όξω και μακριά, γρουσούζα, αναθεματισμένη» φώναξε η γριά και μου 'κλεισε την πόρτα στη μούρη.

    Η μάνα μου τ' άκουσε, άνοιξε και μου 'πε: «Δεν πειράζει, πήγαινε αλλού. Αυτή είναι παράξενη. Μη στεναχωριέσαι...»

    Στου κυρίου Αλέκου δε μου άνοιξαν. Πήγα στους αποπάνω. Στο ισόγειο. Εκεί που κλαίει το μωρό. Μου ρίξαν στο καλαθάκι μου πέντε δραχμές!

    Άλλο και τούτο! Αυγά, καλέ! Αυγά πρέπει να βάλουν στο καλαθάκι. Άσπρα, άβραστα αυγά. Θα τα βάψουμε με τα δικά μας, τη Μεγάλη Πέμπτη, για το καλό. Αυγά! Ένα, δύο, τρία... Αλλά αυγά.

    Ε, φαίνεται δεν είχε αυγά, έδωσε λεφτά. Τέλος πάντων. Δεν πειράζει. Έκανα το γύρο της πολυκατοικίας. Άλλοι με διώξανε, άλλοι μου δώσανε λεφτά. Αυγά μου 'δωσε μόνο η Μαρία...

    Η Μαρία! Όταν με είδε με το καλαθάκι μου να της λέω το τροπάριο, έβαλε τα κλάματα. Σαράντα χρόνια, λέει, είχε ν' ακούσει του Λαζάρου. Σαράντα χρόνια! Εμείς το λέμε κάθε χρόνο στη Σύμη. Γίνεται να μην πούμε του Λαζάρου;

    Μου 'δωσε πέντε αυγά. Με φίλησε και μ' έβαλε να το ξαναπώ, για να τ' ακούσει κι ο άντρας της, ο Κυριάκος.

    Εδώ, λέει, στην Αθήνα δεν το 'χουν αυτό το συνήθειο. Δεν τα λένε του Λαζάρου.

    Και τι κάνουν του Λαζάρου; Τίποτα, λέει, δεν κάνουν. Τίποτα. Μου παραξενοφάνηκε, αλλά δεν είπα κουβέντα...



    «Αστραδενή», Ευγενία Φακίνου, Αθήνα 1982

    πηγή
    Θεωρητικά, θεωρία και πράξη είναι το ίδιο πράγμα. Στην πράξη, όμως, διαφέρουν.
    When this you see, remember me and bear me in your mind, let all the world say what they may, speak of me as you find.

  3. #13
    Senior Member Earion's Avatar
    Join Date
    Feb 2010
    Location
    Αθήνα, Εξάρχεια (Μουσείο)
    Posts
    5,980
    Gender
    Male
    Κερκυραϊκά κάλαντα του Λαζάρου



    Κάλαντα του Λαζάρου από τη Βυζαντινή Χορωδία του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Μηνά Ηρακλείου

    Άλλο πληροφορία, άλλο γνώση· άλλο βία, άλλο δύναμη.

  4. #14

  5. #15
    Senior Member bernardina's Avatar
    Join Date
    Mar 2012
    Location
    outskirts
    Posts
    5,951
    Gender
    Female
    --Τσοιμάσαι, Μάνα μου, τσοιμάσαι Μητέρα μου,
    τσοιμάσαι, μια Τσυρία του κόσμου;
    --Μήε τσοιμούμαι, (υι)έ μου, μήε 'γρυπνώ.
    βαρύν όνειρο εί(δ)α τσαι δειλιώ να σου το πω.
    --Πε μου το, Μάνα μου, πε μου το, Μητέρα μου,
    πε μου το, μια Τσυρία του κόσμου,
    τσ' εγιώ να σου το ξεδιαλύνω, καλό τσ' ευλογημένο.
    --Οψές το βράυν, Υιέ μου,
    εθώρου πως σ' ετσυνηούσαν
    οι σκύλλοι οι Οβραίοι.
    Εις του Πιλάτου τις αυλές σ' εμτζάσα,
    τα χρουσά σου ποάτσια καρφώσα,
    τα χρουσά σου χεράτσια σταυρώσα,
    νερό των ε(γ)ύρεψες,
    νερό (δ)έσ σου 'ώκα
    οξί τσ' ασβέστη σ' εποτίσα,
    τ' ακάθθινο στεβάνι σού βάλ(λ)α.
    --Ό,τι θεν να πάθω, Μάνα μου,
    τσ' ό,τι θεν να (δ)ώ,
    είναι για τηπ πίστη τω(ν) Χριστιανώ


    Έτσι τραγουδά η Καρπαθιά Παναγιά το γλυκύ της έαρ...
    Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
    τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
    το άσπρο χαρτί.

    Γ.Σ.

  6. #16
    Senior Member bernardina's Avatar
    Join Date
    Mar 2012
    Location
    outskirts
    Posts
    5,951
    Gender
    Female
    Bach - Julia Hamari - Matthäus Passion - Erbarme dich

    Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
    τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
    το άσπρο χαρτί.

    Γ.Σ.

  7. #17
    Αφού άλλοι κέρασαν κουλουράκια, να κεράσω κι εγώ πολύχρωμα αυγά και τσουρέκια-ζωάκια.
    Click image for larger version. 

Name:	2013 tsourekia 6.jpg 
Views:	15 
Size:	74.5 KB 
ID:	3867 Click image for larger version. 

Name:	2013 tsourekia 7.jpg 
Views:	11 
Size:	78.3 KB 
ID:	3868 Click image for larger version. 

Name:	2013 avga 1.jpg 
Views:	13 
Size:	82.6 KB 
ID:	3869
    Για όσους θέλουν να ζυμώσουν, Χρύσα Παραδείση (η προσωπική μου βίβλος, το βιβλίο που θα πάρω στο ερημονήσι, που θα σώσω όταν κάψουν όλη τη βιβλιοθήκη μου, καταλαβαίνετε)*. Και ζύμωμα, πολύ ζύμωμα. Εγγυημένη επιτυχία.
    Spoiler: 
    Μόνο προσοχή στη μαγιά παιδιά: καλά τα λέει η Χρύσα όλα, αλλά επειδή τα λέει με φλιτζάνια και κουταλάκια, όχι με γραμμάρια, προσέξτε να ζυγίσετε το αλεύρι και να βάλετε τόση μαγιά όση του αντιστοιχεί σύμφωνα με τις οδηγίες του πακέτου. Είπαμε βίβλος, βίβλος, αλλά εδώ κι ο θεός έκαμε λάθη στη δική του βίβλο, να μην κάμη και η Χρύσα κανένα;

    *Είχαμε και τον αυθεντικό Τσελεμεντέ, αλλά τον πήρε η αδερφή μου στη μοιρασιά - πονεμένη ιστορία.
    Οι μεταφραστές είναι σαν νίντζα: αν τους αντιληφθείς, δεν είναι καλοί. -Ετγκάρ Κέρετ

    My website: Translations Traducciones Μεταφράσεις

  8. #18
    Senior Member daeman's Avatar
    Join Date
    Apr 2008
    Location
    anywhere I lay my head
    Posts
    22,948
    Gender
    Male
    ...
    Η ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΣΗ ΛΑΜΠΡΗΣ

    «Σήμερο πήγε ο Χριστός
    εις πόλη Βηθανία
    εις προϋπάντηση αυτού
    εβγήκε η Μαρία
    τους πόδες επροσκύνησε
    με δάκρυα του λέει
    Αν ήσουν βέβαια εδώ,
    Ω Λυτρωτά του κόσμου,
    το ξέρω δεν θα πέθαινε
    Λάζαρος αδελφός μου...»

    Παρέες-παρέες εκινούσαμε τα κοπέλια για να πούμε το Λάζαρο το Σαββάτο.
    Εβαστούσαμε το κόνισμά του, ένα καλαθάκι για να μαςε βάνουνε μέσα τα αυγά και ένα κλωνάρι βαγιάς για να σάζομε δαχτυλιδάκια, να τα βάνουνε οι νοικοκεράδες για να μη βγάνουνε, λέει, παρανυχίδες και παραΰστερα τα πετούσανε στη φουνάρα τση Ανάστασης. Τα αυγά απού μαζώναμε δεν τα παίρναμε όλα εμείς, αλλά εδίδαμε και του παπά, ως μας είχε δοσμένο το κόνισμα. Ετσά εκίνα η εβδομάδα τση Λαμπρής και η χαρά μας ήτονε μεγάλη, γιατί έμου δεν είχαμε σχολειό, έμου επεριμέναμε να 'ρθούνε και οι πρωτευουσιάνοι με τα κοπέλια ντως για να κάνομε παρέα.

    Το πρωί τση Κυριακής των Βαγιών η εκκλησά ήτονε γεμάτη χωριανούς με τον παπά να τωςε μοιράζει τσοι σταυρούς από τα βαγιόκλαδα. Το μεσημέρι η ψαροφαγία είχε την τιμητική τζη και αν ήτονε μπονάτσα το Σαββάτο, ήτρωε όλο το χωριό χανούς και μπουκανάρες.
    «Καλωσορίσετε!» – «Καλωσορίσετε!» εγρίκας συνέχεια ως ήτονε η μέρα των αφίξεων.
    «Ήρθενε και ο Γιάννης ο Αθηναίος! Ήρθενε και ο Γιάννης ο Αθηναίος!» και οι γυναίκες να κάνουνε ό,τι μπορούνε για να μιλήσουνε αθηναίικα! «Τι κάνετε;» «Πώς είστε;» στο μουσαφίρη, αμά στο κοπέλι απού ήκανε την κουτσουκέλα: «Ιντά ‘κανες εκειά, ωρέ Νικολή!»

    Από τη Μεγάλη Δευτέρα εκινούσαμε ν’ ανεμαζώνομε κλαδιά για τη φουνάρα, πριναρές, αχινοπόδια, λιόκλαδα και ό,τι άλλο μας επάντυχνε στα χωράφια και ετσά τα καθαρίζαμε κιόλας. Εσάζαμε και τον Ιούδα και τον εκρεμούσαμε σε μια κρεμάλα στα κάγκελα τση εκκλησάς για να κάνει τ' αμάξα απού επερνούσανε από κάτω να κόβουνε ταχύτητα και να ξανοίγουνε στα πάνω.

    Τ' απογέματα εκατεβαίναμε στον αμαξωτό κι επαίζαμε μπάλα.
    «Αμάξι! Αμάξι!» εφωνιάζανε οι τερματοφύλακες από τη μια και την άλλη μπάντα, αλλά ευτυχώς απού ετοτεσάς επέρνα πού κι ένα κι ετσά είχαμε και ασφάλτινο γήπεδο.
    Μια φορά επαίζαμε Θαλασσινοί με Μακρυνάκηδες και μιαν κοπανιά νά σου ο χωροφύλακας, ο Πανάκας από την Τουρλωτή, και ήθελε λέει να μαςε γράψει ως επαίζαμε στον αμαξωτό. Βγάνει λοιπόν το μπλοκάκι ντου και αρχινά:
    «Πώς σε λένε εσένα;»
    «Θαλασσινό.»
    «Εσένα;»
    «Μακρυνάκη.»
    «Εσένα;»
    «Θαλασσινό.»
    «Εσένα;»
    «Μακρυνάκη.»
    και ξαναντούκου τα ίδια και τα ίδια, ίσαμε απού εμπαΐλτισε ο άθρωπος και σηκώνεται και φεύγει. Εθάργειε ότι τον επαίζαμε.

    Τσι αργατινές, παρέες-παρέες στα σπίτια, εσάζαμε τσι τρακατρούκες. Έκειά να δεις αμάχη ποιος θα σάξει τσι πια πολλές και τσι πια σφιχτές. Είχαμε βέβαια και τα παρατράγουδα, ως μια φορά ο Σπυρίδος του Καλοχρίστιανου ήβαλε στην ίδια τσέπη τα σπίρτα με τσι τρακατρούκες, παίρνουνε φωτιά και του κάμανε το μερί κάουδο! Και δεν ήκλαιγε για το μερί ντου, αμά για το καινούργιο πατελόνι και για τσι τρακατρούκες, απού τσι ‘σαζε μιαν εβδομάδα.

    Από τη Μεγάλη Τρίτη εκινούσανε οι γυναίκες να σάζουνε τα καλιτσούνια από σπίτι σε σπίτι, πολλές μαζί, για ν’ αβγατίζουνε. Εκειά να ‘σουνα ν’ ακούσεις κουβέντες και πειραξουλιές!
    «Ωρέ, αλήθεια 'ναι πως τα ‘βαλε πάλι ο Βασίλης του Αεροπόρου με τη νύφη ντου;»
    «Ανάσκομάτονε! Κι ίντα θαρρείς δε φταίει η γυναίκα ντου, το Κατερίνι;»
    «Καλό κορμί 'ναι και η παντέξερη η νύφη ντου!»
    «Τουτονέ το σεφέρι λέω δα πως θα τα πετύχω» ήλεγε η Κωστούλα ως ήτονε νεοφερμένη κι εμάθαινε.
    «Εγώ να δω πού θα τα χώσω να μην τα βρει ο σερσέμης ο αξάδερφός μου ο Κυργιάκος, ως και τη Μεγάλη Παρασκή τα τρώει! Θε μου, συχώρεσέ με» επετάχτηκε η Σοφία του Χριστοφόρου, απού εξεβαρέθηκε να ψήνει μεγαλοβδομαδιάτικα ομελέτες του αξά απού ‘ρθενε από την Αθήνα.
    «Ζαφειρία, πολύ μυζήθρα βάνεις!» την επείραζε η Γαρεφαλάκενα.
    «Εμένα θα μου πεις εδά!»
    «Ξάνοιγε να ανοίγεις πια καλά το φύλλο και παραίτησέ με!»
    Γυρίζει και στην αδερφή τζη ως ήτονε η καλιτσουνομαστόρισσα:
    «Πιπίνα, μη λυπηθείς τ’ αυγά ν’ αυγώσεις στσοι κουκνίκους, ειδεμησαλλιώς δε θα γινούνε σ’ έργο ντου Θεού».
    Καλλιτά οι παντέρμοι!
    Μια φορά ερώτηξε η δασκάλα τα κοπέλια στο σχολειό ποιο ‘ναι το καλύτερο ντως φρούτο κι επετάχτηκε ο Ερρίκος ολόχαρος: «Οι κουκνίκοι, κυρία!»

    Τη Μεγάλη Τετάρτη τα σπίτια ήτονε γεμάτα με καλιτσούνια στσι τάβλες, με τσι νοικοκερές να ‘ναι στην έγνοια ανε ‘νεβούνε ως πρέπει. Τη Μεγάλη Πέμπτη ανάβανε οι φούρνοι και οι άντρες να κουβαλούνε τσι τάβλες, να πανίζουνε, να φουρνίζουνε, για να κινήσει να μυρίζει όλο το χωριό Λαμπρή! Ω την παντέρμη μυρωδιά από τα ροδοφρεσκοψημένα καλιτσούνια ως έπλεχνε με τσ’ ευωδιές των νερατζολεμονοπορτοκαλόφυλλων και των αθώ ντως, απού τα ρίχνανε απάνω ντως για να σμίξουνε την Άνοιξη με το λαμπριάτικο καλούδι.
    «Ας εκάτεχα αν έχει φάει κιαείς ζεστό καλιτσούνι ποτέ ντου» ήλεγε η Κουμούνα στο καφενείο, ως πριχού την Ανάσταση ήτονε απαγορευμένος καρπός.
    «Άλα μπλίρι πόσα 'χεις φαωμένα!» του λέει ο Μπουρέκας ως θεοσεβούμενος αριστερός ψάλτης.
    «Ήκουσα γω τσι φωνές τσ’ Αντριάνης οψές το βράδυ ως εχαρχάλευγες στην κουζίνα» και κάνει την Κουμούνα να πιει τη ρακή άσπρο πάτο.
    «Εμένα η Πιπίνα άντα χαζίρι τα 'σαξε μια ολιά μεγάλα, σαν την πιθαρόπλακα, ως μου 'πε ο γιατρός να τρώω μόνο ένα» ήλεγε ο Σκαρβελογιώργης απού τον είχανε σε κούρα.
    «Ωρέ σεις, δεν αφήνετε τα καλιτσούνια και τα δε ταϋτέρου είναι η Λαμπρή, να πάμε στσι σουπιές απού ‘ναι μπονάτσα;» πετάται ο Μακρυνογιάννης απού τσί ‘βγαζε τσιφτέ στη βάρκα με την ξυλοσουπιά.
    «Ντα πού τη θωρείς, ωρέ Τσιφτέ, τη μπονάτσα, ήθελα να γάτεχα! Για ξάνοιξε το μπογάζι τση Ψείρας ίντα νοθιά κατεβάζει. Ω τον παντέρμο κι ερήμαξε μας οφέτος!» του λέει ο Κάμπουρας, απού εκαθάριζε ένα αγκιναράκι για τη ράκα.

    Το μεσημεριάτικο τση Μεγάλης Πέμπτης, αντά χαζίρι, ήτονε το μοναδικό όλο το χρόνο απού δεν εζήλευα το φαΐ τση θειας μου τση Χριστίνας, ως όλες εμαγερεύγανε ντορμάδες κληματοφυλλένιους με αγγινοραδικομαρουλοσαλάτα και με φρέσκο λιναρίτικο κρομμύδι.
    Η πια δύσκολη αργατινή στην εκκλησά ήτονε η Μεγάλη Πέμπτη, απού τα ευλοημένα Ευαγγέλια τελειωμό δεν είχανε! «Ωρέ Μανώλη, πού φτάνομε γιατί ‘χασα το λογαριασμό;» ερώτα ο Τρικούπης το Χαρκιαδάκι, απού εστέκανε από κάτω από τον αριστερό ψάλτη, δίπλα στου Μαραγκού το στασίδι. «Εφτά 'χουνε λεωμένα», απολοείται το Χαρκιαδάκι και ξανοίγει το ρολόι ντου.

    Το πρωί τση Μεγάλης Παρασκής, γυναίκες και κοπέλια επηγαίνανε στην εκκλησά για να στολίσουνε τον Επιτάφιο με τσι μυρωδιές τση Άνοιξης να συνορίζονται η μια την άλλη ποια θα πρωτομπεί στο στεφάνι του Άγιου Τάφου, με την Καλλιόπη του Μπογιατζή να 'χει το κουμάντο.
    Το μεσημέρι ήτονε το δράμα απού στο τραπέζι εθώργειες ανάλαδα ροβύθια, παπούδια, ελιές, ντάκο και τα καλιτσούνια να μοσχομυρίζουνε στην άλλη μπάντα! «Αμαρτία ‘ναι, παιδί μου, αμαρτία», μου ‘λεγε η μάνα μου αμά ‘θελα να κάνω πως βάνω μια ολιά λάδι στα ροβύθια.

    Την αργατινή, στην εκκλησά ήτονε το καλύτερο αντάμωμα του χωριού. Όλοι με τα καλά ντως και με τη Σύνοψη στα χέρια για τα Εγκώμια. Από τη μια μπάντα οι γυναίκες με τον παπά και την Αντρονίκη και από την άλλη οι άντρες να συνορίζονται ποιος θα τα πει πια καλά και όλοι ήτονε οι καλύτεροι!
    Ως κι επερνούσαμε κάτω από τον Επιτάφιο, απού τον είχανε σηκωμένο στην πόρτα τση εκκλησάς, εκίνα η περιφορά του στο χωριό και με κεριά στα χέρια να λέμε τα εγκώμια, με τα παλικαράκια και τσι κοπελιές να διαλέγουνε από ποια σύνοψη θα τα διαβάζουνε.
    «Να τα λέμε μαζί;» ερώτα ο Κωστής του Γιάννη του Μεζέ τη Νίκη τση Βούλας και του λόγου τζη δεν του εχάλα το χατίρι! «Ντα δεν εθώρειες εκειονέ το Χυλό με την Καλλιρόη, είπανε πάλι κι ίντα δεν είπανε. Εγκώμια για εγκώμια!», ήλεγε η Κουτσομπόλα στην εκκλησά, όντεν ήθελα γιαείρουνε οπίσω.
    Την πρώτη μεγάλη στάση την εκάνανε στη Βρύση, απού ήτονε μέσα όξω στολισμένη με αναμμένα κεριά, για να σε κάνει να συλλοΐζεσαι ότι άμα, κουφός ο διάολος, στερέψει, η Μεγάλη Παρασκή θα χάσει την εμορφιά τζη.
    Σπίτι - σπίτι εσταματούσε ο παπάς για τσι ευκές αμά και για τσι ρακές, ως οι νοικοκυραίοι όξω από το θυμιατήρι είχανε και τα κεράσματα ντως, για να κάνουνε τα παλικαράκια πού ‘χανε τον Επιτάφιο στσοι ώμους ντως να τονε δίνουνε ο γείς τ’ αλλού για να μην παραπατούνε.

    Από το πρωί του Μ. Σαββάτου εγρίκας τα μπαχονίδια από τσι τρακατρούκες και τα δυναμιτάκια - αμά στο καφενείο, ως εξεκρεμούσανε και τον βαλέ, να θώρειες μπαχονίδια στη ρακή: ένας φάρδος αγκιναροκουκόφυλλα από κάτω από το τραπέζι και αναρίθμητα γυαλάκια από πάνω.
    Μια φορά επιωθήκανε δυο-τρεις, όνομα και μη χωριό, επήγανε στην εκκλησά και θέλανε οι παντέκλεροι να ψάλουνε κιόλας.
    Μα αυτοί δεν εφέγγανε όι τα τροπάρια να δούνε, ούτε τη μύτη ντως δεν εθωρούσανε!
    Τα κλαδιά έτοιμα, τα πλακατζίκια στσι τσέπες, τ’ αυγά βαμμένα, τα καλιτσούνια λαχταριστά και οι ετοιμασίες για το βραδινό τραπέζι να σε κάνουνε να θες πας το ρολόι ντελόγο στσι δώδεκα.
    Το απόγεμα εμοιράζαμε τα σημαντήρια: ποιος θα πάρει τον Αγιώργη, ποιος την Παναγία και ποιος το Βραχνά.
    Στση δέκα εκινούσαμε οι σημαντηράδες από την εκκλησά να τα χτυπούμε στο ρυθμό τση καμπάνας κι εκάναμε το γύρο του χωριού σα να 'μαστε οι τελάληδες τση Ανάστασης.
    Μια βολά, ανεστορούμαι, απού τα ‘παίξανε και οι μεγάλοι, το Κωστάκι του Θαλασσινού, ο πατέρας μου, ο δάσκαλος ο Γαρεφαλάκης και ο Αντώνης του Μανιαδάκη απού εκράτα και το βιολάκι καλού κακού.

    Τση έντεκα εχτύπα η καμπάνα και όλοι με τα φενέρια ντως και με τα καλά ντως εκατηφορίζανε προς την εκκλησά.
    «Δεύτε λάβετε φως» και ύστερα με το Λάβαρο τση Ανάστασης να το κρατά η Σπιτιά του Μεζέ, τα ξεφτέρια απού τα κρατούσανε τα κοπέλια, ο παπάς με τσοι ψαλτάδες και την κουστωδία και ως εκάνανε τρεις κύκλους γύρω από την εκκλησά, επαίρνανε όλοι θέση για το «Δόξα της ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος…»
    Ο παπάς μπροστά από το Ευαγγέλιο, ο Ανεστάσης στην καμπάνα, οι δυναμιτιστές ν’ ανάβουνε το φτίλι, ο Χριστόφορος με το καλιτσούνι στη χέρα, τα γυναικόπαιδα ξετρουμισμένα και ο μπουρλοτιέρης από κάτω στο δρόμο με το στουπί αναμμένο, για να βάλει φωτιά στα κλαδιά με τον Ιούδα. Κι ετσά απού δεν εγάτεχε ίντα γινότανε από πάνω και μες στην ησυχία και την κατάνυξη, εγρίκας τη συνεννόηση:
    «Να βάλω εδά;»
    «Όι, ρε μαλάκα, περίμενε» ή
    «Βάλε, ρε μαλάκα, βάλε!»
    «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ...» και εκειά θεός δεν ήτονε.
    «Όι στα πόδια μου! Όι στα πόδια μου! Νικολή, ξύλο θα φας!» εφώνιαζε ξετρουμισμένη η Τσαγκαροπούλα στον Κατρίνη, ως την εφοβέριζε πως θα τση τη ρίξει.
    «Το κοπέλι βλέπε μη φάει κιαμιά ξώφαλτση.»
    «Ω μάνα μου, μπαχονίδι! Ήκουσες το δυναμίτη στο Σόχωρο; Σάικα του Καμπουροστελιανού ήτονε.»
    «Όι, ωρέ, του Σολιδή ήτονε, είδα τον εγώ όντεν επήγαινε να του βάλει φωθιά.»
    «Μην πάτε από πίσω! Μην πάτε από πίσω! Ο Βουρής θα παίξει πελέκι!» ως ήτονε ο πρώτος κι ο καλύτερος απού ήσαχνε πελέκια και σωλήνες.
    «Ω! Ω, φωτοβολίδες, ωρέ! Ας εγάτεχα ποιος τσι πετά;»
    «Τα Κυργικάκια τσι κρατούσανε από την Αθήνα.»
    «Μεγάλη φουνάρα!»
    «Πια μεγάλη - πια μεγάλη από τση Τουρλωτής!» ως την ίδια ώρα στην πέρα μπάντα ελέγανε και οι Τουρλωτιανοί το Χριστός Ανέστη.
    Αν ήθελε να φυσά μια ολιά βοριαδάκι, εγέμιζε η εκκλησά καπνό και καψιλίδες: «Α καούμε θέλει! - Α καούμε θέλει!», μα πράμα δεν επαθαίναμε.
    Με το Άγιο Φως στα φενέρια εγιαγέρνανε στα σπίτια με ευκές ο γείς τ' αλλού, για να κάτσουνε στο λαμπριάτικο τραπέζι και επιτέλους να ρεχτούνε τα καλιτσούνια, να τσουγκρίσουνε τ' αυγά, και νέοι, γέροι και παιδιά να σταματήσουμε την επί σαράντα μέρες και νύχτες νηστεία μας.

    Την Κυριακή τση Ανάστασης πρωί-πρωί επηγαίναμε τα κοπέλια στην εκκλησά για να παίζομε την καμπάνα και είχαμε μια χαρά ως μόνο τουτηνιέ τη μέρα μας την αφήνανε.
    «Να σου δώσω ένα καλιτσούνι να μου δώσεις να παίξω κι εγώ;»
    «Δώσε μου και μένα, όλο εσύ τηνε παίζεις.»
    «Δε γατές, μόνο δώσε μου την εμένα» ελέγανε τα κοπέλια και ίντα δεν εκάνανε για να πάρουνε τα σκοινιά στσι χέρες ντως.
    Στση δώδεκα εχτύπα η καμπάνα για τη Δεύτερη Ανάσταση για να ξαναντακάρουνε τα μπαχονίδια.
    Το χωριό στα καλά του, οι φούρνοι να μοσκομυρίζουνε από τα ψητά, οι ευκές να πηγαινοέρχονται, αμά η συνορισά στα καλιτσούνια, συνορισά.
    «Ήφαγα γω τση Ζαφειρίας και χαράς το πράμα, τα δικά μου ‘ναι πια καλά!»
    «Εμένα, καημένη μου, εθέλανε μια ολιά ανέβασμα ακόμη, άντα χαζίρι νόστιμα ‘ναι.»
    «Τα δικά μου πάλι, εθέλανε μια στάξη κανέλα πλια πολύ...»
    «Χριστός Ανέστη!»
    «Αληθώς ο Κύριος!»
    «
    Και του χρόνου! Και του χρόνου!»

    Νίκος Α. Μακρυνάκης
    Θεσσαλονίκη


    Γλωσσάρι δε βάζω, όποιος κατέει, κατέει κι όποιος δεν κατέει και δε νογάται, σκαλίζει και ρωτά.
    Μόνο αυτό: κουκνίκοι =
    τσουρέκια.
    Θεωρητικά, θεωρία και πράξη είναι το ίδιο πράγμα. Στην πράξη, όμως, διαφέρουν.
    When this you see, remember me and bear me in your mind, let all the world say what they may, speak of me as you find.

  9. #19
    Senior Member pidyo's Avatar
    Join Date
    Mar 2010
    Posts
    1,477
    Quote Originally Posted by daeman View Post
    Τι ωραία φωτογραφία!
    Το βράδυ του Μ. Σαββάτου στην Κύθνο υπάρχει το έθιμο του συχώριου: όσοι έχουν χάσει συγγενείς πρόσφατα πηγαίνουν στην εκκλησία κρασί, κρέατα και άλλα φαγητά, τα οποία ευλογεί ο παπάς και τα μοιράζει σε όλον τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένων των ξένων) αμέσως μετά το Χριστός Ανέστη.

    Ας έχουμε κατά νου και τους άλλους γιορτάζοντας με τους οικείους μας, όσο μπορεί ο καθένας. Καλό Πάσχα σε όλους.

  10. #20
    Member
    Join Date
    Apr 2013
    Location
    Αθήνα
    Posts
    53
    Gender
    Male
    Χριστός ανέστη και φέτος. Χρόνια πολλά σε όλους.

    Εορταστικά, αναστάσιμα δημοτικά τραγούδια υπάρχουν αρκετά. Αλλά εκεί που η λαϊκή μούσα δίνει ρέστα είναι κυρίως στα πένθιμα της Μ. Πέμπτης. Το «Μοιρολόι της Παναγιάς» είναι ίσως το τραγούδι με τις περισσότερες παραλλαγές πανελληνίως. Επίσης είναι μάλλον το μόνο τραγούδι που επιτρέπεται να λέγεται μέσα στην εκκλησιά. Μιας και το νήμα δεν το είχα εντοπίσει νωρίτερα, επιτρέψτε μου να κάνω μια όπισθεν τριών ημερών. Του χρόνου τέτοιες μέρες η χρονική ανωμαλία θα αποκατασταθεί.

    Το Μοιρολόι της Παναγιάς, Ρόδος:

    (Το δεύτερο μέρος εδώ, κι έχει κι άλλο τόσο)

    Το Μοιρολόι της Παναγιάς, Κάλυμνος:


    Το Μοιρολόι της Παναγιάς, Αττική:


    Στην Κάρπαθο το Μοιρολόι της Παναγιάς δεν ακούγεται τόσο πένθιμο, ούτε τα λόγια τόσο δημοτικά (δακσλίστικη καθαρεύουσα όπως στα κάλαντα Χριστουγέννων και Φώτων). Κι όμως είναι από τα πιο αληθινά: πάνω στον Επιτάφιο, εκτός από λουλούδια, φωτογραφίες και αφιερώματα στους πρόσφατους νεκρούς των ενοριτών.


    Στη Ρόδο, τουλάχιστον στην Κρεμαστή, λένε επίσης το τραγούδι της Αμαρτωλής. Κανονικά λέγεται κι αυτό από γυναίκες, νομίζω δε κι αυτό στην εκκλησιά καθώς ξενυχτάνε το Χριστό. Εδώ σε εκτέλεση με όργανα (ηχογράφηση, όχι βίντεο).

    Και μετά έρχεται η Ανάσταση. Έχει κι αυτή τα τραγούδια της, αλλά η χαρά είναι τόση ώστε την κυρίως δουλειά την κάνουν τα "γενικά" τραγούδια. Πάντως να κι ένα "ειδικό" (νομίζω θα συμφωνήσετε ότι τη δύναμη των Μεγαλοπαρασκεβιάτικων δεν την έχει): Σήμερα Χριστός Ανέστη, μωραΐτικο:



    Κι από χρόνου.

Page 2 of 5 FirstFirst 1 2 3 4 5 LastLast

Tags for this Thread

Bookmarks

Bookmarks

Posting Permissions

  • You may not post new threads
  • You may not post replies
  • You may not post attachments
  • You may not edit your posts
  •