Αφού γκρίνιαξα για το "συγκεκριμένα", μου έρχεται να γκρινιάξω και για κάτι άλλο. Πρόκειται και πάλι για κάτι που βλέπουμε με ραγδαία αυξανόμενη συχνότητα στον (σκουπιδο)δημοσιογραφικό λόγο και που έχει δημιουργήσει σχολή: το "όμως" κλεισμένο ένθεν και ένθεν με κόμματα ακριβώς ανάμεσα σε δύο προτάσεις της ίδιας περιόδου, οι οποίες δεν ευεργετούνται με άλλο συνδετικό υλικό (π.χ. το "και"). Από τότε που ενέσκηψε η νεοκαθαρευουσιάνικη λαθολογία, πάρα πολλοί προπαθούν να σταντάρουν τυπολατρικούς κανόνες νομίζοντας ότι έτσι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Πολλοί, καθοδηγούμενοι από τους εξουσιομανείς θεσφατολόγους, κατέληξαν να πιστεύουν ότι οι αντιθετικοί σύνδεσμοι πρέπει παντού και πάντα να περικλείονται από κόμματα. Η μόδα αφορά ασφαλώς και τα - σπανιότερα - "ωστόσο", "εντούτοις" κτλ., ενώ συχνά φτάνει και στην κομματόφρακτη απομόνωση του "αλλά" μπας και μολύνει τον παρθένο περίγυρο. Η περίπτωση των σπανιότερα χρησιμοποιούμενων αντιθετικών συνδέσμων ουσιαστικά εμπεριέχεται στην εξέταση των παθημάτων του κατά πολύ συχνότερου "όμως". Η περίπτωση του "αλλά" είναι διαφορετική: παρά την κραυγαλέα γελοιότητα του πράγματος ("Τον συνάντησα το πρωί, αλλά, δεν με χαιρέτησε"), η αποστολή του συνδέσμου - να συνδέει με έναν ορισμένο τρόπο, διάολε! - εκπληρώνεται. Κι αυτό γιατί το "αλλά" αγκριστρώνεται πάντα σε ό,τι έπεται, ποτέ σε ό,τι προηγείται, κι έτσι η περίφραξή του δεν μας κάνει να ξύνουμε το κεφάλι μας. Κάτι που ατυχώς συμβαίνει με το "όμως".

(1) Ήταν εφτά η ώρα το πρωί όμως, κανείς δεν είχε ξυπνήσει. - Ουδέν πρόβλημα. Σημασιολογικά, είναι σαφές ότι η αντίθεση που δηλώνεται με το "όμως" αφορά την προηγούμενη περίοδο (Χτύπησε το κουδούνι. Ήταν εφτά ...). Το "όμως" θα μπορούσε να βρισκόταν και πιο μπροστά (Ήταν όμως εφτά .../ Όμως ήταν εφτά ...), χωρίς καθόλου να αλλάζει το νόημα.

(2) Ήταν εφτά η ώρα το πρωί, όμως κανείς δεν είχε ξυπνήσει. - Και πάλι ουδέν πρόβλημα. Μπορεί να προηγείται η ίδια ακριβώς περίοδος (Χτύπησε το κουδούνι), αλλά τώρα είναι σαφές ότι εκείνες που συνδέονται αντιθετικά είναι οι δύο προτάσεις της περιόδου μας. Νόημα ξεκάθαρο - και εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι προηγουμένως. Το "όμως" θα μπορούσε να βρισκόταν και πιο πίσω (κανείς όμως δεν ...), χωρίς καθόλου να αλλάζει το νόημα.

(3) Ήταν εφτά η ώρα το πρωί, όμως, κανείς δεν είχε ξυπνήσει. - Εδώ κοντοστεκόμαστε. Αναγκαστικά θα έχουμε ή το νόημα (1) ή το νόημα (2). Αν δεν είχε γίνει η επέλαση του νεοκαθαρευουσιανισμού και της λαθολογίας, θα θεωρούσαμε ότι έχουμε το νόημα (1). Λογικότατο: ουσιαστικά θα βγάζαμε απ' τον λογαριασμό το εντός κομμάτων και θα μας έμενε: Ήταν εφτά η ώρα το πρωί, κανείς δεν είχε ξυπνήσει. Δηλαδή το νόημα (1). Η κομματοπαγής απομόνωση του "όμως" θα το απομόνωνε από την κατά τα άλλα σχέση των δύο προτάσεων της περιόδου μας, οπότε θα εξοριζόταν ντε φάκτο σε δήλωση αντιθετικής σύνδεσης με την προηγούμενη περίοδο. Όταν όμως βλέπουμε να επαναλαμβάνεται τόσο συχνά η απομόνωση ενός "όμως" το οποίο πρέπει να αγκιστρωθεί στην πρόταση που ακολουθεί, παύουμε να έχουμε σιγουριά. Εμείς το ξέρουμε ότι ένα τέτοιο "όμως" θα έπρεπε λογικά να ερμηνευτεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά εκείνοι το ξέρουν ότι το ξέρουμε;

Λυπάμαι - και πάλι! - που δεν έχω κρατήσει παραδείγματα από δημοσιογραφικά κείμενα ή και από αναθεωρήσεις που τυχαίνει να κάνω. Πιστέψτε με ότι έχω ταλαιπωρηθεί αρκετά από αυτή την περίπτωση. Δεν είναι λογικό να ξύνεις το κεφάλι σου και να κάθεσαι να κάνεις σημασιολογική ανάλυση σε μια απλή περίοδο που θα έπρεπε να γλιστράει σαν χέλι και να προχωράς. Μου έχουν τύχει και κάποιες - λίγες - περιπτώσεις όπου χρειάζεται ολόκληρη έρευνα για να καταλήξω πού πρέπει να κάτσει η μπίλια.

Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω ότι μάλλον ποτέ δεν δικαιολογείται ο εγκλεισμός του "όμως" σε κόμματα στην περίπτωση που έχουμε ορίσει (μεταξύ δύο προτάσεων της ίδιας περιόδου οι οποίες δεν διαθέτουν άλλο συνδετικό υλικό). Το "όμως" οφείλει να αγκιστρωθεί με σαφήνεια είτε στην προηγούμενη είτε στην επόμενη πρόταση. Ο λόγος που αυτό είναι υποχρεωτικό και όχι προαιρετικό είναι ότι επηρεάζεται καταλυτικά το νόημα. Ουσιαστικά δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να ξέρουμε περίπλοκους κανόνες, εφόσον όμως κατανοούμε ότι υπάρχει μια γενική ρήτρα που υπερισχύει των επιμέρους τυπικών κανόνων: η σωτηρία του νοήματος είναι ο υπέρτατος νόμος. Και σε πιο τεχνικό επίπεδο θα πρόσθετα: Ας στήσουμε το αυτί και ας ακούσουμε την εκφορά της φράσης σε προφορικό λόγο ανάλογα με το εκάστοτε νόημα. Ας την πούμε στον εαυτό μας. Δεν υπάρχει πιο γρήγορο και εύκολο βοήθημα.

Περιμένω με ενδιαφέρον οποιεσδήποτε συναφείς απόψεις, αντιρρήσεις ή εμπειρίες, και ναι, μπορεί να μου διαφεύγουν κάποια στοιχεία. Δεν αντιγράφω δα γραμματική: μόνος μου τα σκέφτομαι και προσπαθώ να τα βάλω σε κάποια σειρά.

Υ.Γ. Αυτό που ανέφερα πριν για την περίπτωση του "αλλά", όπου τα περιττά έως τραγελαφικά κόμματα δεν καταφέρνουν να καταστρέψουν το νόημα, μου αφήνει κάποια συνειδησιακή εκκρεμότητα. Βλέπουμε πολύ συχνά περιόδους όπου τα κόμματα είναι σχεδόν όσα και οι λέξεις, ενώ τα περισσότερα μπορεί να στηρίζονται σε τυπικά σωστούς κανόνες (π.χ. για τον χωρισμό συμπερασματικής δευτερεύουσας πρότασης με κόμμα) ή να μην είναι υποχρεωτικά αλλά ούτε και λάθος αν εξεταστούν μεμονωμένα. Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υπερισχύει η γενική ρήτρα μας. Τα κόμματα δεν έχουν στόχο να κομματιάσουν αλλά να οργανώσουν, ή μάλλον διακόπτουν για να επιτρέψουν μια οργανωμένη σύνδεση και τη δόμηση της συγκεκριμένης ολότητας (κατά βάση της περιόδου). Η περίοδος (πόσο μάλλον στον μακροπερίοδο λόγο) δεν είναι αχταρμάς επιμέρους στοιχείων που το καθένα υπόκειται σε δικούς του κανόνες και ύστερα τα βάζουμε το ένα δίπλα στο άλλο. Η περίοδος είναι δομή, όχι άθροισμα. Επιμέρους κανόνες σίγουρα υπάρχουν, αλλά the proof of the pudding is in the eating. Αν εξυπηρετούν τη σημασιολογική δόμηση της περιόδου, έχει καλώς. Αν όχι, πρέπει να προσαρμόζονται στο υπερισχύον κριτήριο. Μου τυχαίνει συχνά να μεταφράζω ή να αναθεωρώ περιόδους δέκα σειρών και σας διαβεβαιώνω ότι χωρίς την οργανωτική συνδρομή των κομμάτων η μάνα και το παιδί θα κλαίνε ο καθένας στη γωνιά του επ' άπειρον. Αν σε μια περίοδο βλέπουμε κόμματα με τη σέσουλα, χρειάζεται να ανησυχούμε πολύ. Υπερμέτρως πολλαπλασιαζόμενο, το κόμμα πληθωρίζεται και χάνει την αξία του: αδυνατεί να υπηρετήσει το νόημα.