αντοχή και ανθεκτικότητα

Τα λεξικά θεωρούν την αντοχή και την ανθεκτικότητα συνώνυμα, αναρωτιέμαι όμως αν υπάρχει κάποια μικρή διαφορά στη χρήση: ποιο από τα δύο θα χρησιμοποιούσατε όταν αναφέρεστε σε μια συγκεκριμένη επίδραση; Θα λέγατε πιο εύκολα «ανθεκτικότητα στο ψύχος» ή «αντοχή στο ψύχος»; Έχω την εντύπωση ότι το δεύτερο ακούγεται πιο φυσικό, ενώ το αντίστροφο συμβαίνει με τα ρήματα: «ανθίσταμαι σε κάτι» οπωσδήποτε, ενώ το «αντέχω» στέκεται πιο εύκολα μόνο του. Τι γνώμη έχετε;
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Για τα ρήματα έχεις δίκιο (άλλωστε όλα τα παράγωγα του ίσταμαι είναι δύσχρηστα) αλλά ως προς τα ουσιαστικά, πώς και τι διαφορετικό καταλαβαίνεις; Πότε θα χρησιμοποιούσες την ανθεκτικότητα στο ψύχος και πότε την αντοχή;
 
Προσπαθώ να βρω τα κριτήρια που έχω, αν έχω.

Λέω ανθεκτικότητα των βακτηρίων στα αντιβιοτικά (μιλάμε επίσης για ανθεκτικά βακτήρια). Αλλά θα έλεγα πιο εύκολα αντοχή στο ψύχος.

Ίσως την ανθεκτικότητα την έχω για λίγο πιο "λόγια", πιο "επίσημη" ας πούμε. Αλλά ίσως έχω και κάποιο κριτήριο του τύπου ενεργητική αντίσταση (ανθίσταμαι)-παθητική αντίσταση (αντέχω). Ειλικρινά δεν είμαι καθόλου σίγουρη. Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στα αντιβιοτικά δεν είναι πιο ενεργητική από την αντοχή στο ψύχος, οπότε... δεν ξέρω. Ίσως είναι απλά θέμα συνήθειας, ίσως κάπου τα είδα έτσι και τα επαναλαμβάνω χωρίς να το έχω ψάξει.
 
Η απορία μου είναι η εξής: θέλεις να πεις ότι κάτι είναι ανθεκτικό στο ψύχος - θα σου έρθει πιο φυσικό να πεις «παρουσιάζει ανθεκτικότητα στο ψύχος» ή «παρουσιάζει αντοχή στο ψύχος» (ή και τα δύο εξίσου);

ΥΓ Μελάνη, μπορεί κι αυτό που λες να παίζει ρόλο - ποια σύναψη άκουσες πρώτη ή ακούς συχνότερα. Ελλείψει άλλου κριτηρίου...
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Εγώ θα έγραφα αντοχή (εκτός αν πληρώνομαι με το χτύπημα) και θα κρατούσα την ανθεκτικότητα (μάλλον αυθαίρετα) ως χαρακτηριστικό της αντοχής.
 

nickel

Administrator
Staff member
Αν σας αρέσουν οι τρελές ερμηνείες:

Κάτι έχει ανθεκτικότητα ως ιδιότητα, σύμφωνα με χαρακτηριστικά, προδιαγραφές.
Έχει αντοχή ως διαπιστωμένη ικανότητα, κάτι που πρόσφατα απέδειξε ή κάθε τόσο αποδεικνύει.

Άμα θέλετε να βγάλετε από τη μύγα ξίγκι.

(Και τώρα θα 'ρθει ο Θέμης...)
 

Διυλίζουμε τον κώνωπα τώρα... αλλά να πω ότι έχω την εντύπωση πως, αν υπάρχει κάποια διαφορά, αυτή εντοπίζεται στο ότι ίσως με την ανθεκτικότητα δεν αποκλείουμε πιθανή φθορά του συστήματος/οργανισμού που καταπονείται. Για την αντοχή, ας τα πει το ΛΚΝ:

αντοχή
1. η δύναμη που έχει ένας ζωντανός οργανισμός να αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες, χωρίς να καταπονείται ή να φθείρεται: Άνθρωπος με μεγάλη σωματική και ψυχική ~. Έχει ~ στους κόπους / στις στερήσεις / στους πόνους. Kουράστηκα, δεν έχω άλλη ~. H καμήλα έχει μεγάλη ~ στη δίψα. Tα ευαίσθητα φυτά δεν έχουν ~ στο κρύο.
2. (φυσ.) η ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται στις δυνάμεις που ασκούνται επάνω του και τείνουν να μεταβάλουν τη μορφή ή τη σύστασή του: H ~ του βράχου στη διάβρωση. H ~ της γέφυρας σε μεγάλα φορτία είναι μικρή. Ύφασμα / παπούτσια με μεγάλη ~, που δε φθείρονται εύκολα.
 
Κατάλαβα: βλέπετε μια απειροελάχιστη διαφορά στη σημασία αλλά δεν θεωρείτε ότι το ένα είναι πιο γενικό από το άλλο. Σας ευχαριστώ όλους!
 

rogne

¥
...Για την αντοχή, ας τα πει το ΛΚΝ:

αντοχή
1. η δύναμη που έχει ένας ζωντανός οργανισμός να αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες, χωρίς να καταπονείται ή να φθείρεται: Άνθρωπος με μεγάλη σωματική και ψυχική ~. Έχει ~ στους κόπους / στις στερήσεις / στους πόνους. Kουράστηκα, δεν έχω άλλη ~. H καμήλα έχει μεγάλη ~ στη δίψα. Tα ευαίσθητα φυτά δεν έχουν ~ στο κρύο.
2. (φυσ.) η ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται στις δυνάμεις που ασκούνται επάνω του και τείνουν να μεταβάλουν τη μορφή ή τη σύστασή του: H ~ του βράχου στη διάβρωση. H ~ της γέφυρας σε μεγάλα φορτία είναι μικρή. Ύφασμα / παπούτσια με μεγάλη ~, που δε φθείρονται εύκολα.

Ας τα πει και για την "ανθεκτικότητα" τότε:

ανθεκτικότητα η [anθektikótita] Ο28 : η ιδιότητα του ανθεκτικού, η δύναμη αντοχής: Yλικά υψηλής ανθεκτικότητας. Δοκιμάστηκε η ~ της κατασκευής. Έχει μεγάλη ~ στην πείνα / στη δίψα / στο κρύο.

[λόγ. ανθεκτικ(ός) -ότης > -ότητα]


Τόνισα αυτό το "δύναμη αντοχής" όχι επειδή το βρίσκω σημαντικό, αλλά επειδή με παραπέμπει σε σκοτεινές αριστοτελικές-σχολαστικές διακρίσεις περί δύναμης και ενέργειας. Να 'ναι δηλαδή η αντοχή η εν ενεργεία ανθεκτικότητα, όπως η ανθεκτικότητα είναι η εν δυνάμει αντοχή; Αμφίβολο το βρίσκω γλωσσικά, φιλοσοφικά όμως τίποτα δεν αποκλείεται (ως γνωστόν)...
 
Τόνισα αυτό το "δύναμη αντοχής" όχι επειδή το βρίσκω σημαντικό, αλλά επειδή με παραπέμπει σε σκοτεινές αριστοτελικές-σχολαστικές διακρίσεις περί δύναμης και ενέργειας. Να 'ναι δηλαδή η αντοχή η εν ενεργεία ανθεκτικότητα, όπως η ανθεκτικότητα είναι η εν δυνάμει αντοχή; Αμφίβολο το βρίσκω γλωσσικά, φιλοσοφικά όμως τίποτα δεν αποκλείεται (ως γνωστόν)...

Πολύ ωραίο αυτό! Έχουμε μια ανθεκτικότητα, ένα δυναμικό αντοχής δηλαδή, αλλά για να το δείξουμε πρέπει να εκτεθούμε σε κάτι επιβλαβές, οπότε το εκδηλώνουμε ως αντοχή στο πλήγμα... ωραίο!
 

rogne

¥
Ουσιαστικά είναι η "τρελή ερμηνεία" του nickel στο #6, με ελαφρά πιο... τρελούς όρους. ;-)
 
Τα πολύ ενδιαφέροντα σημασιολογικά που επισημάνθηκαν καθιστούν σαφές ότι όντως τείνουμε να βγάλουμε από τη μύγα ξύγκι, όπως λέει ο Νίκελ στο #6. Έχω κι εγώ την εντύπωση ότι η "ανθεκτικότητα" τείνει να ταιριάζει καλύτερα όταν έχουμε προσβολή από συγκεκριμένο και ειδικό εξωτερικό παράγοντα, και συμφωνώ με την Αόρατη ότι πιθανώς έχει επηρεαστεί από το "ανθίσταμαι" - είναι λίγο πιο αντιστασιακό... Η "αντοχή" μάλλον τείνει να ταιριάζει καλύτερα όταν η έμφαση είναι στο παρ' όλα αυτά αναλλοίωτο του προσβαλλόμενου - είναι κάπως πιο βουδιστικό... Αλλά, προς Θεού, μην το σπρώξουμε μέχρι να επινοήσουμε σημασιολογικές διαχωριστικές γραμμές.

Θα ήθελα πάντως να τονίσω δύο στοιχεία που επιτείνουν τη σύγχυση. Το πρώτο επισημάνθηκε από την Αόρατη στο #3: διαφορά γλωσσικού επιπέδου μεταξύ "αντοχής" και "ανθεκτικότητας". Το δεύτερο είναι ότι οι γλωσσικές οικογένειες των δύο λέξεων είναι μία, και μάλιστα τόσο αιμομικτική ώστε να δοκιμάζονται οι αντοχές μας:). Τί είναι αυτός που έχει "αντοχή" ή "ανθεκτικότητα"; Ανθεκτικός. Και τί κάνει ο ανθεκτικός; Αντέχει. Πεπλεγμένοι μηροί, ούτως ειπείν.
 
Top