cretan greek

  1. M

    χοχλιδάτη όρνιθα/ barred rock hen

    (κρητική διάλεκτος) χοχλίδης και χοχλιδάτος, δηλούντα ζώον ή άλλο πράγμα (λ.χ. ύφασμα) ποικίλον το χρώμα μάλιστα εναλλάσσον φαιόν και λευκόν (ως του κοχλίου, χοχλιού, σαλιγκαριού)· ούτω λέγεται χοχλίδης πετεινός, χοχλίδα όρνιθα καί χοχλιδάτη. (πηγή) The Plymouth Rock, often called simply...
Top