σύγκληση και σύγκλιση

UsualSuspect

New member
Τελευταία έχω προσέξει να γράφεται το "σύγκλιση σύσκεψης" και το έψαξα στο διαδίκτυο. Όντως πολλοί συγκλίνουν (σε) σύσκεψη και δεν συγκαλούν! Επίσης υπάρχουν το σύγκλυση (=κατακλυσμός) από το συγκλύζω και το σύγκλειση (=κλείσιμο με το μικρότερο κενό) από το συγκλείω.
 
Ναι, τη σύγκλειση τη χρησιμοποιούν οι οδοντογιατροί. Η singlisi ρέπει να είναι το μοναδικό τρισύλλαβο τετραομόηχο.
 

bpbp

Member
Εκτός από τους οδοντιάτρους, και σε ιατρικά κειμένα συχνά υπάρχει η διατύπωση σύγκλειση (του) (χειρουργικού) τραύματος, με την έννοια ότι συμπλησιάζουν τα χείλη του χειρουργικού τραύματος και έρχονται σε επαφή. Και στο μυαλό μου, η εικόνα των δύο σειρών δοντιών που συγκλείνουν, μου θυμίζουν τα χείλη του τραύματος που συγκλίνουν. Σχετικό άρθρο. Είναι άκυρη εντελώς η σκέψη;
 

nickel

Administrator
Staff member
Είναι άκυρη εντελώς η σκέψη;
Άκυρη ως ερμηνεία κάποιας ετυμολογικής ή άλλης (π.χ. ακουστικής) συνάφειας, ναι. Το κλείνω < κλείω δεν έχει σχέση με το κλίνω.
 

bpbp

Member
Από το πανεπιστήμιο ακόμα (είμαι γιατρός), θυμάμαι στα συγγράμματα να χρησιμοποιείται ο όρος
"σύγκλειση" (π.χ. η εικόνα από σύγραμμα του 1971), οπότε δεν είχα αναλογιστεί ποτέ πώς πρέπει να γράφεται. Η επιμελήτρια ενός κειμένου που μετέφραζα, η οποία έχει και πτυχίο οδοντιατρικής, διόρθωσε στο κείμενο το σύγκλειση > σύγκλιση. Στην οδοντιατρική, όπως φαίνεται και στα λεξικά, η σύγκλειση έχει συγκεκριμένη χρήση. Αναζητώντας σχετικές πηγές, η επιμελήτρια μού έστειλε και το παρακάτω, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι μπορεί να σημαίνει και "shut close, close" (βλ. τα παραδείγματα). Δεν υπάρχει κάποια αναλογία με το κλείσιμο του χειρουργικού τραύματος συμπλησιάζοντας τα χείλη του τραύματος;

ut. συγκλείσω: Ion. συγκληΐω, fut συγκληΐσω: old Att. ξυγκλήω, fut. συγκλῄσω: Ep. aor.
A συνεκλήϊσσα Nonn. D. 48.309:—Pass., aor. συνεκλείσθην, old Att. ξυνεκλῄσθην: pf. συγκέκλειμαι Isoc.15.68, but συγκέκλεισμαι Men.670, D.S.15.63, v.l. in E.Hec. 487; old Att. ξυνκέκλῃμαι, Ion. συγκεκλήιμαι (v. infr.):—shut or coop up, hem in, enclose, Hdt.4.157, 7.41; ξυγκλήω τὴν ἐκκλησίαν ἐς τὸν Κολωνόν Th.8.67; πρὶν συγκλεῖσαι (sc. τοὺς ἰχθῦς τοῖς δικτύοις) Arist. HA533b26; αἱ συγκλείουσαι πλευραὶ τὸ στῆθος Id.PA654b35; συγκλείω τινὰς ἐντὸς τειχῶν Plb.1.17.8; εἰς πολιορκίαν Id.1.8.2 (Pass.); συγκλείω [θεοὺς] τῇ ὕλῃ include them in matter, Plu.2.426b; [ἡ πολεμία] δυνέκλῃε διὰ μέσου shut off and intercepted them, Th.5.64:—Pass., λίμνη συγκεκληιμένη πάντοθεν ὄρεσι Hdt.7.129; τὸ στόμα τῶν μητρέων ὑπὸ πιμελῆς -είεται Hp.Aër.21; συγκλείω εἰς στενὴν ἐντομήν D.S.1.32; ξυγκεκλῃμένη πέπλοις close muffled, E.Hec.487.
2 generally, of straits or difficulties, τινὰ εἰς ἀγῶνα Plb.3.63.3; εἰς τὸν ἔσχατον καιρόν Id.11.2.10:—Pass., συγκλείεσθαι ὑπὸ τῶν καιρῶν, συγκλείεσθαι ὑπὸ τῶν πραγμάτων, Id.2. 60.4, 11.20.7; εἰς χαλεπὸν . . συγκεκλεισμένος βίον = 'cabined, cribbed, confined', Men. l.c.
3 pit against one another, set to fight as in the lists, οἳ σὲ καὶ Ἑρμιόναν ἔριδι . . ξυνέκλῃσαν E.Andr.122 (lyr.).
4 ὁ συγκλείων = smith, LXX 4 Ki.24.14:—Pass., χρυσίον συγκεκλεισμένον ib.3 Ki.6.20.
II shut close, close, στόμα E.Hipp.498; ὄμμα Id.Hec.430, Ion 241; τὰ βλέφαρα X.Mem.1.4.6 (Pass.); ξυγκλήω τὰς πύλας Th.4.67; συγκλείω τὰς θύρας Aeschin.1.74; συγκλείω τὰς θυρίδας Gal.16.578: abs., σύγκλῃε = shut the doors, Ar.Ach.1096; συγκλείω τὰ δικαστήρια = close the courts, Id.Eq.1317; τὰ καπηλεῖα Lys.Fr.1.3; συγκλείω τοὺς ὀφθαλμούς close them up by blows, D.54.8:—Pass., τὸ δεσμωτήριον συνεκέκλειστο And.1.48 codd. (συνεκέκλῃτο Sauppe); of bivalve fish, Arist. HA 528a16; of eyebrows, come together, Hp.Loc.Hom.3; of wounds, Dsc.Ther.2.
2 intr. in Act., ὥρας ἤδη συγκλειούσης as the season was now closing in, i.e. the days becoming shorter, Plb.18.7.3, cf. D.S.10.4; τοῦ καιροῦ συγκλείοντος εἰς χειμῶνα GDI3087.19 (Chersonesus).
III close jointly, συνανοιγόντων καὶ συγκλειόντων IG12.91.17.
IV συγκλείω τὰς ἀσπίδας lock their shields, X.Cyr.7.1.33: hence, abs., close up the ranks, Th.4.35; τὸ διάκενον καὶ οὐ ξυγκλῃσθέν the part that was not closed up, of a gap in the line, Id.5.72.
2 connect closely together, τὰ ἀνόμοια ἁρμονίᾳ συγκεκλεῖς θαι Philol.6; ἐν ἄρθροις συγκεκλῃμένον καλῶς well linked or compacted, E.Ba.1300; ς. (sc. τὴν πόλιν) εἰς ταὐτόν Pl.Criti.117e, cf. Ti.76a, etc.; συγκλείω τὴν ἀρχὴν τῶν ῥηθήσεσθαι μελλόντων τῇ τελευτῇ τῶν προειρημένων Isoc. 12.24, cf. 15.68 (Pass.):—Pass., συγκλεισθήσονται ταῖς τε ἐπιγαμίαις καὶ ἐγκτήσεσι παρ' ἀλλήλοις X.HG5.2.19.
V conclude, complete, λόγον, διάνοιαν, A.D.Adv.121.1, Synt.66.8:—Pass., ib.11.9.


⇢ Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
Screenshot_2.png
 

Zazula

Administrator
Staff member
Η σύμφραση «σύγκλειση τραύματος» είναι καθιερωμένη· ο όρος σύγκλειση δεν είναι μόνον της οδοντιατρικής αλλά και της χειρουργικής κτπ.
 
Top