η κλήρα, οι κλήρες = offspring

nickel

Administrator
Staff member
Η κλήρα δεν είναι λέξη της αρχαίας· είναι μεταγενέστερη, γι’ αυτό κοιτάμε πρώτα τι λέει το λεξικό Κριαρά με τα μεσαιωνικά:

κλήρα η.
1) Κληρονομιά, μερίδιο κληρονομιάς: ο κληρονόμος ένι κρατούμενος να πάρει την κλήραν του αυθέντη του.
2) Κληρονόμος· απόγονος, παιδί: Έμνοξε … την κλήρα του Αρμάκιου στο θρόνο να τη βάλει.
3) Τάξη των ευγενών, αριστοκρατία: Την κλήραν είχεν συγγενείς από της γυναικός του.
4) Κλήρος, ιερατείο: ομοιάζεις (ενν. Πόλη) … με την κλήρα σου το τάγμα των αγγέλων.
[<ουσ. κλήρος ο με αλλαγή γένους ή, λιγότερο πιθ., <κληρονομώ. Η λ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκας Α´, κ.α.]

Για τις νεότερες σημασίες και την ετυμολογία ας δούμε και το ΛΚΝ:
κλήρα η O25α : (λαϊκότρ.) 1. η γενιά: Kακή κλήρα, κακό τέλος θα ’χει. 2. τα παιδιά, οι απόγονοι: Δεν άφησε κλήρα. [μσν. κλήρα < κληρ(ώνω) (μσν. σημ.: ‘έχω κτ. σαν μερτικό μου’) -α (αναδρ. σχημ.)]

Τι λέει τo ΛΝΕΓ;
κλήρα (η) {χωρ. γεν. πληθ.} (λαϊκ.) 1. κληρονόμος 2. τέκνο, γόνος.
[ΕΤΥΜ. μεσν. < κληρώνω (υποχωρητ.), κατά το σχήμα σανίδα - σανιδώνω, κηλίδα - κηλιδώνω, λέρα - λερώνω].

Το ελληνοαγγλικό Κοραής ακολουθεί κατά βήμα το ΛΚΝ:
1 (προφ) stock, family. Κακή κλήρα, κακό τέλος θα ’χει. = He’s from bad stock; he'll come to a sad end!
2 (προφ) offspring.

ΛΝΕΓ και ΛΚΝ συμφωνούν στην ετυμολογία, αλλά θα πρέπει να συνδυάσουμε τη δεύτερη σημασία αφού η κλήρα μπορεί να είναι το ένα παιδί, μπορεί να είναι και περιληπτικό ουσιαστικό, πολλά παιδιά, απόγονοι. Πετυχημένο το offspring του Κοραή.


Μερικά σκόρπια παραδείγματα από το διαδίκτυο:
  • Το γηραιό ζευγάρι απέκτησε επί τέλους κλήρα.
  • Δεκαοχτώ είσαστε, δεκαοχτώ να μείνετε και κλήρα να μην αφήσετε.
  • O Kωνσταντάρας, πώφερνε στον ώμο το παιδί του / σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα, / γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε τ’ άρματα, τη γενειά του. (Βαλαωρίτης)
  • «να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε παθαμένο το παιδί» (Παπαδιαμάντης, Φώτα-ολόφωτα)
  • Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της […] (Παπαδιαμάντης, Δασκαλομάννα)
Από τον Παπαδιαμάντη και μερικοί πληθυντικοί· οι κλήρες = τα παιδιά, ενίοτε τα παλιόπαιδα:
  • Και τα παιδία ακόμη, οι κλήρες αυτού του καιρού, η νέα πλάσις, την εμυκτήριζον, και της εφώναζαν: «Σκεύω Σαβουρόκοφα! Σκεύω Σαβουρόκοφα!» (Βαρδιάνος στα σπόρκα)
  • – Θα ησυχάσετε, βρε σεις, κλήρες; έκραζεν ο μπαρμπα-Δημητρός. (Άγια και πεθαμένα)
  • Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. (Δασκαλομάννα)

Στον πληθυντικό το βρήκα σε δύο άρθρα του Χρίστου Μπελλέ, αλλά δεν κατάλαβα αν σημαίνει «οι κληρονόμοι» ή «τα παλιόπαιδα»:
Οι κλήρες της Νέας Τάξης, οι αυχμηροί λογιστές της κερδώας φρενίτιδας δεν ορρωδούν προ ουδενός. (11/8/2006)
Απροκάλυπτα, πλέον, απαξιώνουν την Ιστορία οι κλήρες της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης απ’ τις αρχές του 1980 (21/8/2011)



Και, μια και είπαμε για το έρεβος που έγινε ο Έρεβος, είναι δύσκολο, νομίζετε, να αλλάξουν γένος οι κλήρες; Ορίστε τι γράφει ο Ν. Γ. Ξυδάκης σχετικά με τον Βαρδιάνο:
Ακούω τους κλήρες, τους αγυιόπαιδες να μηνούν στη θεια–Σκεύω τη Σαβουρόκοφα ότι ο γιος της στέκει άρρωστος στην καραντίνα.

Ενώ ο Τσιφόρος στη Μυθολογία του:
Ο Προμηθέας το πήρε κατάκαρδα. […] Τι θεός είναι κανένας άμα δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τον εαυτό του και την οικογένειά του; […] Οι αφέντες είναι καλοί όταν εξυπηρετούνε τον λαό τους κι όχι άμα κάνουνε κουμάντο για τις κλήρες τους.
 

Alexandra

Super Moderator
Staff member
Πλην του ότι για πρώτη φορά άκουσα την "κλήρα", και ευχαριστώ, πρέπει μάλλον να μου κάνεις μάθημα και για άλλη λέξη που είδα πρώτη φορά: αυχμηρός: "οι αυχμηροί λογιστές της κερδώας φρενίτιδας". Δες και το Γλωσσάρι της Ελληνορωμηοσύνης.
 
Δεν ξέρω αν είναι εντύπωσή μου, αλλά συνήθως η κλήρα χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά.
 
Top