λουρκίζω = lurk

nickel

Administrator
Staff member
λουρκίζω ρ. (διαδικτυακή αργκό) παρακολουθώ την κίνηση σε φόρουμ ή άλλο διαδικτυακό τόπο χωρίς να συμμετέχω ενεργά, κόβω κίνηση χωρίς να εκδηλώνομαι: Λουρκίζω ακατάσχετα, γιατί δεν έχω χρόνο για τίποτ' άλλο! | Ο Μένιος συχνάζει στα μέρη μας· θα έχετε δει έναν Parios που λουρκίζει. [ΕΤΥΜ. Από το αγγλικό ρήμα lurk «παραμονεύω, καραδοκώ».]
 
Λούρκης.
Και: μια βραδιά στο λούρκι, τραγούδι των Κατσιμιχαίων.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Δηλαδή, όποιος περιηγείται τακτικά διάφορα ιστολόγια, φόρουμ κλπ χωρίς να συμμετέχει είναι λουρκιστής και σουλατσαδόρος;
 

daeman

Administrator
Staff member
...
Λουρκίστας
. Έλλοχος. :D

Και το delurk: ξελουρκίζω, φανερώνομαι, (ξετσουμίζω)


 
Last edited:
Top