“η τίγρη η συνταξιδιώτισσα“

altan

Member
q.jpg

“η τίγρη η συνταξιδιώτισσα“

Hi friends,
I think those words have a private meaning, am I right?
 
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ψάχνεις πιο πέρα από τον ίδιο τον Καζαντζάκη, που μας λέει ότι είναι η "Ψυχή του ανθρώπου". Δες π.χ. και εδώ:

TigriSyntaxidiotissa.png

Υ.Γ. Όταν γράφεις στο μονοτονικό, έστω και για τεχνικούς λόγους, μην προσπαθείς να αναπαραστήσεις τα πνεύματα γιατί μπορεί να προκληθεί κομφούζιο. Στον τίτλο του νήματος, κανονικά θα διάβαζε κανείς ένα διαζευκτικό "ή" (ή .... ή) και δεν θα έβγαινε νόημα.

=========
Mod's note: Έγινε παντού μεταφορά στο μονοτονικό.
 

daeman

Administrator
Staff member
...
Η τίγρη - Ψαραντώνης

Στίχοι & μουσική - Δημήτρης Αποστολάκης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια, λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ,
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω
τον πιο βαρύ καημό

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιο τρελό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα,
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί
 
Πάμε Μια Βόλτα Στο Σούπερ Μάρκετ (1981)
(Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή, μουσική: Λένα Πλάτωνος)

Έχω ένα τίγρη, ένα τίγρη...
μες στην ψυχή μου,
μα μια ζωή τον έχω σιχαθεί.

Στα νύχια πάτα, να βγούμε...
απ' το κλουβί του,
και μην κοιτάς αν παρακολουθεί.
 

altan

Member
I thank you Themis. But I am not enlightened. May I kindly request a link about your attachment?
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Hi, Altan

Check this from here (from Kazantzakis' "Ταξιδεύοντας"), where he describes her as his inner companion:

Η τίγρη η συνταξιδιώτισσα

Τούτη η ανελεήμονη φωνή – η τίγρη η συνταξιδιώτισσα – με συντρόφευε, κι ας με μισούσε, σε όλα μου τα ταξίδια. Όλα τα είδαμε μαζί. Φάγαμε και ήπιαμεν οι δυό μας στα τραπέζια της ξενητιάς, πονέσαμε μαζί, χαρήκαμε μαζί βουνά, γυναίκες, ιδέες.

Κι όταν φορτωμένοι λάφυρα, γιομάτοι πληγές, γυρίζαμε πιά στο δροσερό, το ήσυχο κελί μας, γαντζώνεται η τίγρη τούτη αμίλητη στην κορφή του κεφαλιού μου. Εκεί είναι η κούρνια της.

Απλώνεται σοφιλιαστά γύρα στο κρανίο μου, χώνει τα νύχια της στο μυαλό μου και συλλογιούμαστε τα όσα είδαμε και τα όσα έχουμε ακόμα να δούμε.
Χαιρόμαστε κι οι δυό μας που όλος ο κόσμος τούτος, ορατός κι αόρατος, είναι ένα αξεδιάλυτο μυστικό βαθύ, ακατανόητο, πέρα από το νού, από την πεθυμιά, από τη βεβαιότητα.

Κουβεντιάζουμε οι δυό μας – η τίγρη η συνταξιδιώτισσα κι εγώ – και γελούμε που είμαστε τόσο σκληροί, τρυφεροί κι αχόρταγοι και που ένα βράδυ σίγουρα θα δειπνήσουμε μια φούχτα χώμα να χορτάσουμε. Κι όταν έχουμε κέφι πολύ ή πίκρα αβάσταχτη, παίζουμε και βάνουμε το θεό να ψέλνει, τρέμοντας, ύμνους παθητικούς στον κακομοίρη τον άνθρωπο.

Τι χαρά είναι τούτη, θέ μου, να ζεις και να βλέπεις και να παίζεις με τη μεγάλη τούτη τίγρη και να μη φοβάσαι!

Κι ένα πρωί να σηκώνεσαι να λες: “Οι λέξεις! Οι λέξεις! Άλλη σωτηρία δεν υπάρχει! Δεν έχω στην εξουσία μου παρά 24 μολυβένια στρατιωτάκια, θα κηρύξω επιστράτεψη, θα σηκώσω στρατό, θα νικήσω το θάνατο!”

Και ξέρεις καλά πως ο θάνατος δε νικιέται μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρεις ακόμα τούτο, το δυσκολώτερο: Δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη. Η αξία του ανθρώπου είναι μιά μονάχα, τούτη: να ζεί και να πεθαίνει παλικαρίσια, χωρίς να καταδέχεται αμοιβή.
Και ακόμα τούτο, το τρίτο, το ακόμα πιό δύσκολο: η βεβαιότητα πως δέν υπάρχει αμοιβή να σε γιομώνει με χαρά, υπερηφάνια κι αντρεία.
 
Top