metafrasi banner

brideservice

Brideservice has traditionally been portrayed in the anthropological literature as the service rendered to the bride’s family by the bridegroom as a brideprice or part of one.

Εδώ φαντάζομαι ότι το service παραπέμπει περισσότερο σε ηθικά υποχρεωτική υπηρεσία, οπότε μάλλον είναι "καθήκον" παρά "υπηρεσία". Μήπως γνωρίζετε αν υπάρχει κάποια καθιερωμένη απόδοση στην ανθρωπολογία; Αλλιώς, μήπως έχετε κάποια ιδέα;
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Αυτό δεν είναι το "αντιπροίκι";

(Στη μία του έννοια.) ΛΚΝ:

αντιπροίκι το [andipríki] Ο44α : (λαϊκότρ., λογοτ.) δώρο που δίνουν πριν από το γάμο ο γαμπρός στη νύφη ή οι γονείς της στο γαμπρό. [υποκορ. του μσν. αντίπροικ(ον) -ι `δωρεά του γαμπρού στους γονείς της νύφης΄ < ελνστ. επίρρ. ἀντίπροικα `δωρεά αντί για την προίκα΄ (αρχ. σημ.: `σχεδόν δωρεάν΄)]
 

daeman

Administrator
Staff member
Σωστός ο δόχτορας! :up:

Και μάλιστα με τη βούλα του Πρεβελάκη στη μετάφραση της Μήδειας του Ευριπίδη:

Το βλέπεις τι υποφέρεις· δε θα δώσεις
το δικό σου αναγέλασμα αντιπροίκι
στα στέφανα της φάρας του Σισύφου
μ' έναν Ιάσονα, εσύ, κόρη αντρειωμένου
πατέρα, της γενιάς του Ηλίου βλαστάρι!


Το αντιπροίκι όμως περιλαμβάνει και την υπηρεσία ή μόνο υλικό αντάλλαγμα; Ρωτώ γιατί δεν ξέρω.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Βρίσκω μια αναφορά σε άρθρο του Λευτ. Αλεξάκη, «Παρατηρήσεις σε μια μορφή γαμήλιας παροχής: το αντιπροίκι» στο Ελληνική Κοινωνία (1987), 129-141. Ίσως πρόκειται γι' αυτό το βιβλίο;
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Ημέρας ανάστασης πεθαμένων μηνυμάτων το ανάγνωσμα, βλέπω :p
 

daeman

Administrator
Staff member
Αυτό δεν είναι το "αντιπροίκι";

(Στη μία του έννοια.) ΛΚΝ:

αντιπροίκι το [andipríki] Ο44α : (λαϊκότρ., λογοτ.) δώρο που δίνουν πριν από το γάμο ο γαμπρός στη νύφη ή οι γονείς της στο γαμπρό. [υποκορ. του μσν. αντίπροικ(ον) -ι `δωρεά του γαμπρού στους γονείς της νύφης΄ < ελνστ. επίρρ. ἀντίπροικα `δωρεά αντί για την προίκα΄ (αρχ. σημ.: `σχεδόν δωρεάν΄)]

Και το λόγιο συνώνυμο της γαμήλιας παροχής του γαμπρού προς την οικογένεια της νύφης, το έδνο.
 
Top