Zazula
14-07-2008, 02:30 PM
ΛΝΕΓ (2006), ΛΚΝ, ΛΣΓ (2004) και Κριαράς (1998) δεν λημματογραφούν το αλληστρατίζω. Μόνον ο Γεωργακάς αναφέρει:
αλληστρατίζω[alistrat'zo](1)intr take another road (syn αλλαξοδρομώ, παραστρατώ)(2)trans, fig cause one to go crazy (syn τρελαίνω)τον αλληστράτισε στο ξύλο.[fr phr άλλη στράτα](a)causing one to go crazy.
αλληστράτισμα[alistrátizma] το, deviation fr the course (syn παραστράτημα)(a)causing one to go crazy.
Το Πρωίας παραθέτει:
‡ αλληστρατίζω και αλλοστρατίζω (ρ. αμετβ.) αλλάζω στράταν, αλλαξοδρομώ. Ουσ. αλληστράτισμα, αλλοστράτισμα (το).
Ο Δημητράκος δίνει:
* αλληστρατίζω Δ τρέπομαι άλλην από της συνήθους οδού, αλλαξοδρομώ. Ουσ. αλληστράτισμα το.
αλλοστρατίζω Δ αλλάζω στράταν, πορείαν.
Ο Βοσταντζόγλου έχει επίσης μόνο την κυριολεκτική έννοια στο λήμμα 215 ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ:
[αλλάσσω δρόμον] αλλη–, αλλο-στρατίζω
Φυσικά, τα παλαιότερα λεξικά δεν καταγράφουν καθόλου τη συνηθισμένη, πλέον (εκτός πια κι αν κάνω τόσο λάθος :o), μεταφορική σημασία (κυρίως στον προφορικό λόγο): "κάνω κάποιον να παραφρονήσει" (μτβ.), και κατ' επέκταση "έχω παραφρονήσει" (αμετβ.) — π.χ. βλ. εδώ (http://www.livepedia.gr/index.php?title=%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89).
Υπάρχουν πάρα πολλά λήμματα και υπολήμματα της Πρωίας και του Δημητράκου, τα οποία δεν περιέχονται στα σύγχρονα λεξικά — και δικαίως. Πιστεύετε όμως ότι το αλληστρατίζω και τα παράγωγά του θα έπρεπε όντως να περιλαμβάνεται σε αυτά; Ιδίως με το αλληστράτισμα να αποτελεί την κατεξοχήν μονολεκτική περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα; :D
αλληστρατίζω[alistrat'zo](1)intr take another road (syn αλλαξοδρομώ, παραστρατώ)(2)trans, fig cause one to go crazy (syn τρελαίνω)τον αλληστράτισε στο ξύλο.[fr phr άλλη στράτα](a)causing one to go crazy.
αλληστράτισμα[alistrátizma] το, deviation fr the course (syn παραστράτημα)(a)causing one to go crazy.
Το Πρωίας παραθέτει:
‡ αλληστρατίζω και αλλοστρατίζω (ρ. αμετβ.) αλλάζω στράταν, αλλαξοδρομώ. Ουσ. αλληστράτισμα, αλλοστράτισμα (το).
Ο Δημητράκος δίνει:
* αλληστρατίζω Δ τρέπομαι άλλην από της συνήθους οδού, αλλαξοδρομώ. Ουσ. αλληστράτισμα το.
αλλοστρατίζω Δ αλλάζω στράταν, πορείαν.
Ο Βοσταντζόγλου έχει επίσης μόνο την κυριολεκτική έννοια στο λήμμα 215 ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ:
[αλλάσσω δρόμον] αλλη–, αλλο-στρατίζω
Φυσικά, τα παλαιότερα λεξικά δεν καταγράφουν καθόλου τη συνηθισμένη, πλέον (εκτός πια κι αν κάνω τόσο λάθος :o), μεταφορική σημασία (κυρίως στον προφορικό λόγο): "κάνω κάποιον να παραφρονήσει" (μτβ.), και κατ' επέκταση "έχω παραφρονήσει" (αμετβ.) — π.χ. βλ. εδώ (http://www.livepedia.gr/index.php?title=%CE%91%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89).
Υπάρχουν πάρα πολλά λήμματα και υπολήμματα της Πρωίας και του Δημητράκου, τα οποία δεν περιέχονται στα σύγχρονα λεξικά — και δικαίως. Πιστεύετε όμως ότι το αλληστρατίζω και τα παράγωγά του θα έπρεπε όντως να περιλαμβάνεται σε αυτά; Ιδίως με το αλληστράτισμα να αποτελεί την κατεξοχήν μονολεκτική περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα; :D