View Full Version : εντέλλομαι = παίρνω ή δίνω εντολή;
Είναι κάτι ρήματα σαν κι αυτό το εντέλλομαι που με φέρνουν σε δύσκολη θέση όταν με ρωτάνε ξενόγλωσσοι φίλοι μου. Η αρχική μου εντύπωση είναι οτι αφού είναι παθητική φωνή σημαίνει παίρνω εντολή. Βλέπω όμως οτι σήμερα, συνήθως χρησιμοποιείται σαν δίνω εντολή (και έτσι το συνάντησε ο ερωτών φίλος). Ψάχνω και στον Τριανταφυλλίδη, και βρίσκω:
εντέλλομαι [endélome] P (μόνο στον ενεστ.) μππ. εντεταλμένος* : (λόγ.) α. παίρνω εντολή, διατάσσομαι: O αρμόδιος υπάλληλος εντέλλεται να ενεργήσει έλεγχο. Yπηρεσία εντελλομένων εξόδων, που για την έγκρισή τους απαιτείται ειδική εντολή. β. (σπανιότ.) δίνω εντολή, διατάσσω, αναθέτω. [λόγ. < αρχ. ἐντέλλομαι].
Εντέλει τι ισχύει;
Ambrose
01-07-2008, 02:09 PM
Το έχω συναντήσει κι εγώ αυτό το πρόβλημα.
Σύμφωνα με ΛΝΕΓ: αναθέτω σε (κάποιον) την εντολή για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής, π.χ. ο υπουργός εντέλλεται τις αρμόδιες υπηρεσίες να τηρούν σχολαστικά τις διατάξεις.
Παθητική χρήση του τύπου τα αρμόδια όργανα εντέλλονται όπως κλπ κλπ είναι λάθος (σύμφωνα με ΛΝΕΓ).
Δηλ. σύμφωνα με ΛΝΕΓ σημαίνει πάντα "δίνω εντολή να".
Να δούμε τι θα πουν κι οι άλλοι.
Palavra
01-07-2008, 02:10 PM
Από ό,τι ξέρω, είναι και τα 2. Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να ζητήσεις από το φίλο σου όλη την πρόταση και να του απαντήσεις αναλόγως.
nickel
01-07-2008, 02:24 PM
Τι θα πεις στους ξενόγλωσσους φίλους σου (τα γράφω ελληνοαγγλικά):
Ότι στα ελληνικά έχουμε πολλά ρήματα που μοιάζουν παθητικά (ξέρετε, εμείς στη χώρα μας φτιάχνουμε την παθητική με μια κατάληξη, δεν βάζουμε δύο και τρεις λέξεις, λέμε γεννήθηκα όχι I was born) αλλά που έχουν ενεργητική σημασία, π.χ. το accept το λέμε δέχομαι. Ένα απ' αυτά τα ρήματα είναι το εντέλλομαι, που κανονικά σημαίνει order, command, bid. Έχουμε όμως και μια μετοχή (past participle για σας), τον εντεταλμένο (authorised, empowered, designated), που μπερδεύει τα πράγματα. Επειδή λοιπόν είναι λίγο περίεργο και ασυνήθιστο ρήμα, έχει επικρατήσει στον πολύ τον κόσμο να λέει εντέλλεται να (http://www.google.com/search?num=50&hl=en&safe=off&rlz=1B3GGGL_enGR256GR256&q=%22%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9+%CE%BD%CE%B1&btnG=Search) και εντέλλονται να (http://www.google.com/search?num=50&hl=en&safe=off&rlz=1B3GGGL_enGR256GR256&q=%22%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9+%CE%BD%CE%B1&btnG=Search) με τη σημασία are ordered to (are instructed to, are directed to). Είναι τόσο συνηθισμένο το λάθος που το ένα λεξικό το βάζει σε πλαίσιο and shakes its finger disapprovingly at the use, ενώ το άλλο θεωρεί αυτή τη σημασία ως καθιερωμένη και τη «σωστή» σαν σπάνια. Είναι τρελή αυτή η γλώσσα (και αυτοί οι Έλληνες).
Εν ολίγοις, όταν αποκωδικοποιούμε, προσπαθούμε (και δεν είναι δύσκολο) να καταλάβουμε πώς το χρησιμοποιεί ο συντάκτης (και με ποιο λεξικό) και όταν γράφουμε εμείς... χρησιμοποιούμε άλλο ρήμα για να τα 'χουμε καλά και με τα δύο λεξικά.
Εντάξει, από τα συμφραζόμενα βγήκε νόημα (είναι το 2), αλλά για κάτι τέτοια -ναι-μεν-αλλά- της γλώσσας μας, με δουλεύει το φιλαράκι μου...:o
NIKOLAOS
29-08-2009, 06:59 PM
Είναι κάτι ρήματα σαν κι αυτό το εντέλλομαι που με φέρνουν σε δύσκολη θέση όταν με ρωτάνε ξενόγλωσσοι φίλοι μου. Η αρχική μου εντύπωση είναι οτι αφού είναι παθητική φωνή σημαίνει παίρνω εντολή. Βλέπω όμως οτι σήμερα, συνήθως χρησιμοποιείται σαν δίνω εντολή (και έτσι το συνάντησε ο ερωτών φίλος). Ψάχνω και στον Τριανταφυλλίδη, και βρίσκω:
εντέλλομαι [endélome] P (μόνο στον ενεστ.) μππ. εντεταλμένος* : (λόγ.) α. παίρνω εντολή, διατάσσομαι: O αρμόδιος υπάλληλος εντέλλεται να ενεργήσει έλεγχο. Yπηρεσία εντελλομένων εξόδων, που για την έγκρισή τους απαιτείται ειδική εντολή. β. (σπανιότ.) δίνω εντολή, διατάσσω, αναθέτω. [λόγ. < αρχ. ἐντέλλομαι].
Εντέλει τι ισχύει;
Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη του Μπαμπινιώτη, την οποία μνημονεύετε πιο κάτω, με αρχικά (ΕΛΝΓ) . Μάλιστα, στο λεξικό του, καυτηριάζει, Ως εσφαλμένο το "τα αρμόδια λιμενικά οργανα εντέλλονται να παρακολουθούν ........".
Ποια τελικά είναι η ορθή ερμηνεία της λέξεως εκείνη του Τριανταφυλλίδη ή του Μπαμπινιώτη;;; Την χρειάζομαι επειδή συχνά την χρησιμοποιώ και την συναντώ. Μην κάνω ακόμη καμία γκάφα!
nickel
29-08-2009, 07:15 PM
Χαίρε, Νικόλαε, καλώς ήρθες. Η προσωπική μου άποψη λέει να τη χρησιμοποιείς με την παλιά καλή ενεργητική μεταβατική σημασία τού «δίνω εντολή». Όταν γράψεις «εντέλλεται τους αρμόδιους», είναι σαφές ότι είναι μεταβατικό, άρα σημαίνει «διατάζω». Για την άλλη χρήση, καλύτερα να βάζεις «έλαβε εντολή».
Βεβαίως, τα «εντελλόμενα έξοδα» είναι τα έξοδα για την έγκριση των οποίων απαιτείται ειδική εντολή και ο «εντεταλμένος» αυτός που έχει λάβει εντολή. Αλλά μην τα αφήνεις να σε μπερδεύουν. Ένα τρελορήμα είναι, που και σαν εντέλλω και σαν εντέλλομαι είχε ενεργητική σημασία.
Εντάξει, από τα συμφραζόμενα βγήκε νόημα (είναι το 2), αλλά για κάτι τέτοια -ναι-μεν-αλλά- της γλώσσας μας, με δουλεύει το φιλαράκι μου...:o
Πέστου εμείς οι Έλληνες τα κάνουμε αυτά γιατί με κάτι τέτοια ξεχωρίζουμε τους μορφωμένους από τις μαντάμ Σουσούδες, τους μυημένους από τους αμύητους, τους ιδιοκτήτες καλών λεξικών από τους τσιγκούνηδες και τα πατριωτάκια μας από τους ξενόγλωσσους :D
tsioutsiou
29-08-2009, 07:23 PM
Για τους ξενόγλωσσους φίλους, η δική μου άποψη: επειδή δεν μας πολυαρέσουν οι εντολές και οι εντολείς, έχουμε πια και τις δύο σημασίες σε ένα σύμφωνα με την παράδοση της χώρας.
Powered by vBulletin® Version 4.1.10 Copyright © 2012 vBulletin Solutions, Inc. All rights reserved.