drsiebenmal
05-07-2010, 09:37 AM
Στδρ7χ: Οι διορθώσεις που γίνονται σε αυτό το γλωσσάρι διακρίνονται από τη διαγραφή του αρχικού λήμματος έτσι σε περίπτωση λάθους ή αυτό το διαφορετικό χρώμα σε περίπτωση προσθήκης και είναι (συνήθως) αποτέλεσμα συζητήσεων που γίνονται στο ειδικό λήμμα Σκακιστική ορολογία (http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=6510). Ευχαριστώ όσους συμμετέχουν σε εκείνη τη συζήτηση επειδή με βοηθούν να βελτιώσω αυτό εδώ το γλωσσάρι.
absolute pin | απόλυτο κάρφωμα
active | ενεργός [σκακιστής], ενεργητικός [θέση, κομμάτι]
adjournment | διακοπή παρτίδας
adjudication | κρίση παρτίδας
adjust or j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
advanced pawn | ελεύθερο προχωρημένο πιόνι
algebraic notation | αλγεβρική γραφή, αλγεβρική σημειογραφία
amateur | ερασιτέχνης, αδύνατος ή αρχάριος
analysis | ανάλυση
annotation | σχολιασμός
announced mate | δηλωμένο ματ
antipositional | αντιποζισιονέλ, αντιστρατηγικός
anti-Sicilian | αντισικελική
arbiter | διαιτητής
armageddon | αρμαγεδών (σύστημα χρόνου σκέψης)
artificial castling | τεχνητό ροκέ
attack | επίθεση
attraction | προσέλκυση
automaton | σκακιστικό αυτόματο (ρομπότ)
back rank | τελευταία οριζόντια (η πρώτη του αντίπαλου), τελευταία γραμμή
back rank mate | ματ στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
back rank weakness | αδυναμία στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
backward pawn | καθυστερημένο πιόνι
bad bishop | κακός αξιωματικός
battery | μπαταρία [συζήτηση εδώ κ.επ. (http://www.lexilogia.gr/forum/showpost.php?p=73414&postcount=2)]
bind | δεσμός
bishop | αξιωματικός, (προφ.) φου, τρελός
bishops on opposite colors | ετερόχρωμοι αξιωματικοί, αντίθετοι αξιωματικοί, (απαρχ.) ετεροπόροι αξιωματικοί
bishop pair | ζεύγος αξιωματικών
bishop pawn | πιόνι αξιωματικού
black | μαύρα, μαύρος (ο παίκτης με τα μαύρα)
blindfold chess | τυφλό σκάκι
blitz chess | μπλιτς (σύστημα χρόνου σκέψης)
blockade | μπλόκο μπλοκάρισμα
blunder | μεγάλο λάθος, πατάτα
board | σκακιέρα
Boden's mate | ματ του Μπόντεν
book draw | ισοπαλία του βιβλίου, γνωστή ισοπαλία, τυποποιημένη ισοπαλία
book move | γνωστή κίνηση στο άνοιγμα
book win | κερδισμένη θέση στο φινάλε
break | διάσπαση
breakthrough | διάσπαση θέσης με θυσία
brevity | μινιατούρα, νίκη σε μικρό αριθμό κινήσεων (κάτω από 25)
brilliancy | εντυπωσιακή παρτίδα, παρτίδα για βραβείο ωραιότητας
brilliancy prize | βραβείο ωραιότητας
Bronstein delay | σύστημα χρόνου σκέψης Μπρονστάιν, χρόνος Μπρονστάιν (σύστημα χρόνου σκέψης)
bullet chess | μπούλετ, σφαίρα, σκάκι του ενός λεπτού (σύστημα χρόνου σκέψης)
bust | κατάρριψη (θεωρίας)
bye | μπάι, ελεύθερος αγώνων
Caïssa | Κάισσα (μυθική ινδική θεά του σκακιού)
calculate | υπολογισμός
candidate move | υποψήφια κίνηση
Candidates Match | Ματς των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
Candidates Tournament | Τουρνουά των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
capped piece | καπελωμένο κομμάτι (κομμάτι σημαδεμένο, συνήθως για δεύτερη βασίλισσα)
capture | πάρσιμο, κόψιμο, αιχμαλώτιση, ρ.: τρώω, κόβω, παίρνω
castling | ροκέ
casual game | φιλική παρτίδα
category tournament | τουρνουά κατηγοριών
CC, correspondence chess | σκάκι δι’ αλληλογραφίας
centralization | κεντροποίηση, κατάληψη του κέντρου
center | κέντρο
central pawn | κεντρικό πιόνι
cheapo | φτηνή παγίδα
check | σαχ, ρουά, τσεκ (ανακοίνωση ότι απειλείται ο βασιλιάς)
checkmate | σαχ και ματ, ρουα και ματ
chessboard | σκακιέρα
chess clock | σκακιστικό χρονόμετρο, σκακιστικό ρολόι
clearance | εκκαθάριση
closed game | κλειστή παρτίδα, κλειστό παιχνίδι
closed file | κλειστή κάθετη (κάθετος)
closed tournament | κλειστό τουρνουά (με πρόσκληση των συμμετεχόντων)
coffeehouse | καφενείο (όπου παίζεται σκάκι)
color | χρώμα (άσπρα ή μαύρα)
combination | συνδυασμός
compensation | αντάλλαγμα
connected pawns | ενωμένα πιόνια
connected passed pawns | ενωμένα ελεύθερα πιόνια
connected rooks | διπλωμένοι πύργοι
control of the center | έλεγχος του κέντρου
cook | τρύπα, λάθος σε πρόβλημα
correspondence chess | σκάκι δι' αλληλογραφίας
corresponding squares | αντίστοιχα τετράγωνα (στη θεωρία φινάλε)
counterattack | αντεπίθεση
countergambit | αντιγκαμπί
counterplay | αντιπαιχνίδι
cover | κάλυψη, υποστήριξη
cramped | στριμωγμένος, χωρίς χώρο
critical position | κρίσιμη θέση
critical square | κρίσιμο τετράγωνο
cross-check | αντισάχ (απάντηση σε σαχ με σαχ)
crosstable | πίνακας βαθμολογίας αγώνων
dark squares | μαύρα τετράγωνα
dark-square bishop | μαυροτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) μαυροπόρος αξιωματικός
dead draw | νεκρή ισοπαλία, «ψόφια νούλα»
decoy | δόλωμα
defence | άμυνα
deflect | απομάκρυνση
demonstration board | σκακιέρα τοίχου, σκακιέρα επίδειξης, μαγνητική σκακιέρα
descriptive notation | περιγραφική σημειογραφία
desperado | ντεσπεράντο
development | ανάπτυξη
diagonal | διαγώνια, διαγώνιος
discovered attack | επίθεση με αποκάλυψη
discovered check | σαχ με αποκάλυψη, αποκάλυψη, (παλ.) σαχ εξ αποκαλύψεως
domination | κυριαρχία
double attack | διπλή επίθεση
double check | διπλό σαχ
doubled pawns | διπλωμένα πιόνια
doubled rooks | διπλωμένοι πύργοι
draw | ισοπαλία, νούλα, ρεμί
drawing line | ισόπαλη συνέχεια
drawish | κοντά στην ισοπαλία, νουλοφέρνει
drawing weapon | όπλο ισοπαλίας
Elo rating system | σύστημα αξιολόγησης Έλο
en passant | ανπασάν, εν διελεύσει
en prise | στον αέρα, εκτεθειμένος, ανυπεράσπιστος
endgame | φινάλε, τέλος παρτίδας
endgame tablebase | πίνακας βάσης δεδομένων των φινάλε
epaulette mate | ματ επωμίδων
equalize | εξισορρόπηση θέσης, ισοφάριση θέσης
escape square | τετράγωνο διαφυγής, βαλβίδα διαφυγής
exchange | διαφορά (πύργος για ελαφρό κομμάτι, δηλ. αξιωματικό ή ίππο)
exchange variation | βαριάντα αλλαγής
exhibition | επίδειξη
expanded center | εκτεταμένο κέντρο, ευρύτερο κέντρο
family fork, family check | οικογενειακό πιρούνι, οικογενειακό σαχ
fast chess | γρήγορο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
fianchetto | φιανκέτο
fifty-move rule | κανόνας των πενήντα κινήσεων
file | κάθετη (κάθετος), στήλη
first board | πρώτη σκακιέρα (ο πρώτος παίκτης σε ομαδικές συναντήσεις)
first-move advantage | πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης
Fischer delay | σύστημα χρόνου σκέψης Φίσερ, χρόνος Φίσερ
flag | σημαία (δείκτης τέλους χρόνου στο σκακιστικό χρονόμετρο)
flank | πλευρά, πτέρυγα
flank opening | πλευρικό άνοιγμα
flight square | τετράγωνο διαφυγής
FM | Φιντέ μετρ, μετρ (της) FIDE, μετρ Φιντέ
focal point | εστιακό σημείο
forced move | αναγκαστική κίνηση, κίνηση φορσέ
forfeit | μηδενισμός
fork | πιρούνι
fortress | φρούριο
friendly game | φιλική παρτίδα
gambit | γκαμπί
GM | γκρανμέτρ, γκρανμάστερ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
good bishop | καλός αξιωματικός
grandmaster | γκρανμάστερ, γκρανμέτρ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
grandmaster draw | νούλα γκρανμέτρ, ισοπαλία σαλονιού, φιλική νουλίτσα
half-open file | ημιανοιχτή κάθετη
handicap | χάντικαπ, μειονέκτημα (τρόπος εξισορρόπησης της διαφοράς δυναμικότητας δύο αντιπάλων ώστε να έχει ενδιαφέρον η αναμέτρηση, π.χ. με μείωση του υλικού ή του χρόνου σκέψης του ισχυρότερου)
hanging | κάτι που κρέμεται, δεν υποστηρίζεται επαρκώς
hanging pawns | κρεμαστά (πιόνια)
heavy piece | βαρύ κομμάτι (Βασίλισσα ή Πύργος)
hole | τρύπα, βαλβίδα
hypermodern | υπερμοντέρνος
inactive | αδρανής
initiative | πρωτοβουλία
Indian bishop | αξιωματικός του φιανκέτου
Indian defence | ινδική άμυνα με φιανκέτο
insufficient material | ανεπαρκές υλικό
interference | παρεμβολή, (στο καλλιτ. σκάκι, και:) διατομή
intermediate move | ενδιάμεση κίνηση
International Arbiter | διεθνής διαιτητής
International Grandmaster (IGM) | (διεθνής) γκρανμέτρ, γκρανμάστερ --το διεθνής σπάνια πια, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
International Master (IM) | διεθνής μετρ
Internet chess server | ιστότοπος σκακιστικών αγώνων στο Διαδίκτυο
interpose | παρεμβολή
interzonal Tournament | διαζωνικό τουρνουά, ιντερζόναλ/ιντερζονάλ
ΙQP = Isolated Queen's Pawn | απομονωμένο πιόνι της βασίλισσας, απομονωμένο πιόνι d [δ]
irregular opening | ανώμαλο άνοιγμα
isolani | απομονωμένο πιόνι d [δ]
isolated pawn | απομονωμένο πιόνι
Italian bishop | αξιωματικός της Ιταλικής (λευκό c4 [γ4]/μαύρο c5 [γ5], ιταλικός αξιωματικός)
j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
Κ | Ρ (σύμβολο του βασιλιά)
key square | κρίσιμο τετράγωνο
ΚGA = King's Gambit Accepted | αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚGD = King's Gambit Declined| μη αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚIA = King's Indian Attack | Ινδική άμυνα επίθεση του βασιλιά / (του Ρ)
kibitz(er) | μαζέτας θεατής που πετάγεται και σχολιάζει την παρτίδα, κίμπιτζερ
ΚID = King's Indian Defence| Ινδική (άμυνα) της βασίλισσας / (της Β) του βασιλιά / (του Ρ)
king | βασιλιάς
king bishop | αξιωματικός του βασιλιά
king hunt | κυνήγι του βασιλιά, καταδίωξη του βασιλιά,
king pawn | πιόνι του βασιλιά, πιόνι e [ε]
kingside | πλευρά/πτέρυγα του βασιλιά (του Ρ)
knight | ίππος, (προφ.) άλογο, αλογάκι
knight pawn | πιόνι του ίππου
knockout tournament | τουρνουά νοκάουτ
Kt (απαρχ.)| Ι (σύμβολο του ίππου)
Laws of Chess | Κανόνες του σκακιού
lightning chess | αστραπιαίο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
light squares | λευκά τετράγωνα, ανοιχτόχρωμα τετράγωνα
light-square bishop | λευκοτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) λευκοπόρος αξιωματικός
line | οριζόντια
long diagonal | μεγάλη διαγώνια (διαγώνιος)
loss | 1. ήττα, 2. απώλεια
Lucena position | θέση του Λουσένα
main line | κύρια συνέχεια, βασική συνέχεια
major piece | βαρύ κομμάτι (βασίλισσα ή πύργος)
majority | πλειονότητα (πιονιών)
man | πεσσός
Maróczy Bind | Μάροτσι μπάιντ, δεσμά Μάροτσι (τυπική στρατηγική διάταξη)
match | ματς
mate | ματ
material | υλικό
mating attack | επίθεση ματ
middlegame | μέσο παρτίδας
miniature | μινιατούρα
minor exchange | μικρή διαφορά (μικρότερη υλική υπεροχή από την υπεροχή της διαφοράς βλ. exchange, π.χ. Α εναντίον Ι, Α+Α εναντίον Α+Ι ή Ι+Ι)
minor piece | ελαφρύ κομμάτι (αξιωματικός ή ίππος)
minority attack | επίθεση μειονότητας
mobility | κινητικότητα, ευκινησία
mobile pawn center | ευκίνητο κέντρο πιονιών
move | κίνηση
move order | σειρά κινήσεων
mysterious rook move | μυστηριώδης κίνηση του πύργου
absolute pin | απόλυτο κάρφωμα
active | ενεργός [σκακιστής], ενεργητικός [θέση, κομμάτι]
adjournment | διακοπή παρτίδας
adjudication | κρίση παρτίδας
adjust or j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
advanced pawn | ελεύθερο προχωρημένο πιόνι
algebraic notation | αλγεβρική γραφή, αλγεβρική σημειογραφία
amateur | ερασιτέχνης, αδύνατος ή αρχάριος
analysis | ανάλυση
annotation | σχολιασμός
announced mate | δηλωμένο ματ
antipositional | αντιποζισιονέλ, αντιστρατηγικός
anti-Sicilian | αντισικελική
arbiter | διαιτητής
armageddon | αρμαγεδών (σύστημα χρόνου σκέψης)
artificial castling | τεχνητό ροκέ
attack | επίθεση
attraction | προσέλκυση
automaton | σκακιστικό αυτόματο (ρομπότ)
back rank | τελευταία οριζόντια (η πρώτη του αντίπαλου), τελευταία γραμμή
back rank mate | ματ στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
back rank weakness | αδυναμία στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
backward pawn | καθυστερημένο πιόνι
bad bishop | κακός αξιωματικός
battery | μπαταρία [συζήτηση εδώ κ.επ. (http://www.lexilogia.gr/forum/showpost.php?p=73414&postcount=2)]
bind | δεσμός
bishop | αξιωματικός, (προφ.) φου, τρελός
bishops on opposite colors | ετερόχρωμοι αξιωματικοί, αντίθετοι αξιωματικοί, (απαρχ.) ετεροπόροι αξιωματικοί
bishop pair | ζεύγος αξιωματικών
bishop pawn | πιόνι αξιωματικού
black | μαύρα, μαύρος (ο παίκτης με τα μαύρα)
blindfold chess | τυφλό σκάκι
blitz chess | μπλιτς (σύστημα χρόνου σκέψης)
blockade | μπλόκο μπλοκάρισμα
blunder | μεγάλο λάθος, πατάτα
board | σκακιέρα
Boden's mate | ματ του Μπόντεν
book draw | ισοπαλία του βιβλίου, γνωστή ισοπαλία, τυποποιημένη ισοπαλία
book move | γνωστή κίνηση στο άνοιγμα
book win | κερδισμένη θέση στο φινάλε
break | διάσπαση
breakthrough | διάσπαση θέσης με θυσία
brevity | μινιατούρα, νίκη σε μικρό αριθμό κινήσεων (κάτω από 25)
brilliancy | εντυπωσιακή παρτίδα, παρτίδα για βραβείο ωραιότητας
brilliancy prize | βραβείο ωραιότητας
Bronstein delay | σύστημα χρόνου σκέψης Μπρονστάιν, χρόνος Μπρονστάιν (σύστημα χρόνου σκέψης)
bullet chess | μπούλετ, σφαίρα, σκάκι του ενός λεπτού (σύστημα χρόνου σκέψης)
bust | κατάρριψη (θεωρίας)
bye | μπάι, ελεύθερος αγώνων
Caïssa | Κάισσα (μυθική ινδική θεά του σκακιού)
calculate | υπολογισμός
candidate move | υποψήφια κίνηση
Candidates Match | Ματς των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
Candidates Tournament | Τουρνουά των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
capped piece | καπελωμένο κομμάτι (κομμάτι σημαδεμένο, συνήθως για δεύτερη βασίλισσα)
capture | πάρσιμο, κόψιμο, αιχμαλώτιση, ρ.: τρώω, κόβω, παίρνω
castling | ροκέ
casual game | φιλική παρτίδα
category tournament | τουρνουά κατηγοριών
CC, correspondence chess | σκάκι δι’ αλληλογραφίας
centralization | κεντροποίηση, κατάληψη του κέντρου
center | κέντρο
central pawn | κεντρικό πιόνι
cheapo | φτηνή παγίδα
check | σαχ, ρουά, τσεκ (ανακοίνωση ότι απειλείται ο βασιλιάς)
checkmate | σαχ και ματ, ρουα και ματ
chessboard | σκακιέρα
chess clock | σκακιστικό χρονόμετρο, σκακιστικό ρολόι
clearance | εκκαθάριση
closed game | κλειστή παρτίδα, κλειστό παιχνίδι
closed file | κλειστή κάθετη (κάθετος)
closed tournament | κλειστό τουρνουά (με πρόσκληση των συμμετεχόντων)
coffeehouse | καφενείο (όπου παίζεται σκάκι)
color | χρώμα (άσπρα ή μαύρα)
combination | συνδυασμός
compensation | αντάλλαγμα
connected pawns | ενωμένα πιόνια
connected passed pawns | ενωμένα ελεύθερα πιόνια
connected rooks | διπλωμένοι πύργοι
control of the center | έλεγχος του κέντρου
cook | τρύπα, λάθος σε πρόβλημα
correspondence chess | σκάκι δι' αλληλογραφίας
corresponding squares | αντίστοιχα τετράγωνα (στη θεωρία φινάλε)
counterattack | αντεπίθεση
countergambit | αντιγκαμπί
counterplay | αντιπαιχνίδι
cover | κάλυψη, υποστήριξη
cramped | στριμωγμένος, χωρίς χώρο
critical position | κρίσιμη θέση
critical square | κρίσιμο τετράγωνο
cross-check | αντισάχ (απάντηση σε σαχ με σαχ)
crosstable | πίνακας βαθμολογίας αγώνων
dark squares | μαύρα τετράγωνα
dark-square bishop | μαυροτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) μαυροπόρος αξιωματικός
dead draw | νεκρή ισοπαλία, «ψόφια νούλα»
decoy | δόλωμα
defence | άμυνα
deflect | απομάκρυνση
demonstration board | σκακιέρα τοίχου, σκακιέρα επίδειξης, μαγνητική σκακιέρα
descriptive notation | περιγραφική σημειογραφία
desperado | ντεσπεράντο
development | ανάπτυξη
diagonal | διαγώνια, διαγώνιος
discovered attack | επίθεση με αποκάλυψη
discovered check | σαχ με αποκάλυψη, αποκάλυψη, (παλ.) σαχ εξ αποκαλύψεως
domination | κυριαρχία
double attack | διπλή επίθεση
double check | διπλό σαχ
doubled pawns | διπλωμένα πιόνια
doubled rooks | διπλωμένοι πύργοι
draw | ισοπαλία, νούλα, ρεμί
drawing line | ισόπαλη συνέχεια
drawish | κοντά στην ισοπαλία, νουλοφέρνει
drawing weapon | όπλο ισοπαλίας
Elo rating system | σύστημα αξιολόγησης Έλο
en passant | ανπασάν, εν διελεύσει
en prise | στον αέρα, εκτεθειμένος, ανυπεράσπιστος
endgame | φινάλε, τέλος παρτίδας
endgame tablebase | πίνακας βάσης δεδομένων των φινάλε
epaulette mate | ματ επωμίδων
equalize | εξισορρόπηση θέσης, ισοφάριση θέσης
escape square | τετράγωνο διαφυγής, βαλβίδα διαφυγής
exchange | διαφορά (πύργος για ελαφρό κομμάτι, δηλ. αξιωματικό ή ίππο)
exchange variation | βαριάντα αλλαγής
exhibition | επίδειξη
expanded center | εκτεταμένο κέντρο, ευρύτερο κέντρο
family fork, family check | οικογενειακό πιρούνι, οικογενειακό σαχ
fast chess | γρήγορο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
fianchetto | φιανκέτο
fifty-move rule | κανόνας των πενήντα κινήσεων
file | κάθετη (κάθετος), στήλη
first board | πρώτη σκακιέρα (ο πρώτος παίκτης σε ομαδικές συναντήσεις)
first-move advantage | πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης
Fischer delay | σύστημα χρόνου σκέψης Φίσερ, χρόνος Φίσερ
flag | σημαία (δείκτης τέλους χρόνου στο σκακιστικό χρονόμετρο)
flank | πλευρά, πτέρυγα
flank opening | πλευρικό άνοιγμα
flight square | τετράγωνο διαφυγής
FM | Φιντέ μετρ, μετρ (της) FIDE, μετρ Φιντέ
focal point | εστιακό σημείο
forced move | αναγκαστική κίνηση, κίνηση φορσέ
forfeit | μηδενισμός
fork | πιρούνι
fortress | φρούριο
friendly game | φιλική παρτίδα
gambit | γκαμπί
GM | γκρανμέτρ, γκρανμάστερ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
good bishop | καλός αξιωματικός
grandmaster | γκρανμάστερ, γκρανμέτρ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
grandmaster draw | νούλα γκρανμέτρ, ισοπαλία σαλονιού, φιλική νουλίτσα
half-open file | ημιανοιχτή κάθετη
handicap | χάντικαπ, μειονέκτημα (τρόπος εξισορρόπησης της διαφοράς δυναμικότητας δύο αντιπάλων ώστε να έχει ενδιαφέρον η αναμέτρηση, π.χ. με μείωση του υλικού ή του χρόνου σκέψης του ισχυρότερου)
hanging | κάτι που κρέμεται, δεν υποστηρίζεται επαρκώς
hanging pawns | κρεμαστά (πιόνια)
heavy piece | βαρύ κομμάτι (Βασίλισσα ή Πύργος)
hole | τρύπα, βαλβίδα
hypermodern | υπερμοντέρνος
inactive | αδρανής
initiative | πρωτοβουλία
Indian bishop | αξιωματικός του φιανκέτου
Indian defence | ινδική άμυνα με φιανκέτο
insufficient material | ανεπαρκές υλικό
interference | παρεμβολή, (στο καλλιτ. σκάκι, και:) διατομή
intermediate move | ενδιάμεση κίνηση
International Arbiter | διεθνής διαιτητής
International Grandmaster (IGM) | (διεθνής) γκρανμέτρ, γκρανμάστερ --το διεθνής σπάνια πια, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
International Master (IM) | διεθνής μετρ
Internet chess server | ιστότοπος σκακιστικών αγώνων στο Διαδίκτυο
interpose | παρεμβολή
interzonal Tournament | διαζωνικό τουρνουά, ιντερζόναλ/ιντερζονάλ
ΙQP = Isolated Queen's Pawn | απομονωμένο πιόνι της βασίλισσας, απομονωμένο πιόνι d [δ]
irregular opening | ανώμαλο άνοιγμα
isolani | απομονωμένο πιόνι d [δ]
isolated pawn | απομονωμένο πιόνι
Italian bishop | αξιωματικός της Ιταλικής (λευκό c4 [γ4]/μαύρο c5 [γ5], ιταλικός αξιωματικός)
j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
Κ | Ρ (σύμβολο του βασιλιά)
key square | κρίσιμο τετράγωνο
ΚGA = King's Gambit Accepted | αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚGD = King's Gambit Declined| μη αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚIA = King's Indian Attack | Ινδική άμυνα επίθεση του βασιλιά / (του Ρ)
kibitz(er) | μαζέτας θεατής που πετάγεται και σχολιάζει την παρτίδα, κίμπιτζερ
ΚID = King's Indian Defence| Ινδική (άμυνα) της βασίλισσας / (της Β) του βασιλιά / (του Ρ)
king | βασιλιάς
king bishop | αξιωματικός του βασιλιά
king hunt | κυνήγι του βασιλιά, καταδίωξη του βασιλιά,
king pawn | πιόνι του βασιλιά, πιόνι e [ε]
kingside | πλευρά/πτέρυγα του βασιλιά (του Ρ)
knight | ίππος, (προφ.) άλογο, αλογάκι
knight pawn | πιόνι του ίππου
knockout tournament | τουρνουά νοκάουτ
Kt (απαρχ.)| Ι (σύμβολο του ίππου)
Laws of Chess | Κανόνες του σκακιού
lightning chess | αστραπιαίο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
light squares | λευκά τετράγωνα, ανοιχτόχρωμα τετράγωνα
light-square bishop | λευκοτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) λευκοπόρος αξιωματικός
line | οριζόντια
long diagonal | μεγάλη διαγώνια (διαγώνιος)
loss | 1. ήττα, 2. απώλεια
Lucena position | θέση του Λουσένα
main line | κύρια συνέχεια, βασική συνέχεια
major piece | βαρύ κομμάτι (βασίλισσα ή πύργος)
majority | πλειονότητα (πιονιών)
man | πεσσός
Maróczy Bind | Μάροτσι μπάιντ, δεσμά Μάροτσι (τυπική στρατηγική διάταξη)
match | ματς
mate | ματ
material | υλικό
mating attack | επίθεση ματ
middlegame | μέσο παρτίδας
miniature | μινιατούρα
minor exchange | μικρή διαφορά (μικρότερη υλική υπεροχή από την υπεροχή της διαφοράς βλ. exchange, π.χ. Α εναντίον Ι, Α+Α εναντίον Α+Ι ή Ι+Ι)
minor piece | ελαφρύ κομμάτι (αξιωματικός ή ίππος)
minority attack | επίθεση μειονότητας
mobility | κινητικότητα, ευκινησία
mobile pawn center | ευκίνητο κέντρο πιονιών
move | κίνηση
move order | σειρά κινήσεων
mysterious rook move | μυστηριώδης κίνηση του πύργου