PDA

View Full Version : Chess > Σκάκι (EN > EL)



drsiebenmal
05-07-2010, 09:37 AM
Στδρ7χ: Οι διορθώσεις που γίνονται σε αυτό το γλωσσάρι διακρίνονται από τη διαγραφή του αρχικού λήμματος έτσι σε περίπτωση λάθους ή αυτό το διαφορετικό χρώμα σε περίπτωση προσθήκης και είναι (συνήθως) αποτέλεσμα συζητήσεων που γίνονται στο ειδικό λήμμα Σκακιστική ορολογία (http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=6510). Ευχαριστώ όσους συμμετέχουν σε εκείνη τη συζήτηση επειδή με βοηθούν να βελτιώσω αυτό εδώ το γλωσσάρι.

absolute pin | απόλυτο κάρφωμα
active | ενεργός [σκακιστής], ενεργητικός [θέση, κομμάτι]
adjournment | διακοπή παρτίδας
adjudication | κρίση παρτίδας
adjust or j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
advanced pawn | ελεύθερο προχωρημένο πιόνι
algebraic notation | αλγεβρική γραφή, αλγεβρική σημειογραφία
amateur | ερασιτέχνης, αδύνατος ή αρχάριος
analysis | ανάλυση
annotation | σχολιασμός
announced mate | δηλωμένο ματ
antipositional | αντιποζισιονέλ, αντιστρατηγικός
anti-Sicilian | αντισικελική
arbiter | διαιτητής
armageddon | αρμαγεδών (σύστημα χρόνου σκέψης)
artificial castling | τεχνητό ροκέ
attack | επίθεση
attraction | προσέλκυση
automaton | σκακιστικό αυτόματο (ρομπότ)
back rank | τελευταία οριζόντια (η πρώτη του αντίπαλου), τελευταία γραμμή
back rank mate | ματ στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
back rank weakness | αδυναμία στην τελευταία οριζόντια, στην πίσω γραμμή
backward pawn | καθυστερημένο πιόνι
bad bishop | κακός αξιωματικός
battery | μπαταρία [συζήτηση εδώ κ.επ. (http://www.lexilogia.gr/forum/showpost.php?p=73414&postcount=2)]
bind | δεσμός
bishop | αξιωματικός, (προφ.) φου, τρελός
bishops on opposite colors | ετερόχρωμοι αξιωματικοί, αντίθετοι αξιωματικοί, (απαρχ.) ετεροπόροι αξιωματικοί
bishop pair | ζεύγος αξιωματικών
bishop pawn | πιόνι αξιωματικού
black | μαύρα, μαύρος (ο παίκτης με τα μαύρα)
blindfold chess | τυφλό σκάκι
blitz chess | μπλιτς (σύστημα χρόνου σκέψης)
blockade | μπλόκο μπλοκάρισμα
blunder | μεγάλο λάθος, πατάτα
board | σκακιέρα
Boden's mate | ματ του Μπόντεν
book draw | ισοπαλία του βιβλίου, γνωστή ισοπαλία, τυποποιημένη ισοπαλία
book move | γνωστή κίνηση στο άνοιγμα
book win | κερδισμένη θέση στο φινάλε
break | διάσπαση
breakthrough | διάσπαση θέσης με θυσία
brevity | μινιατούρα, νίκη σε μικρό αριθμό κινήσεων (κάτω από 25)
brilliancy | εντυπωσιακή παρτίδα, παρτίδα για βραβείο ωραιότητας
brilliancy prize | βραβείο ωραιότητας
Bronstein delay | σύστημα χρόνου σκέψης Μπρονστάιν, χρόνος Μπρονστάιν (σύστημα χρόνου σκέψης)
bullet chess | μπούλετ, σφαίρα, σκάκι του ενός λεπτού (σύστημα χρόνου σκέψης)
bust | κατάρριψη (θεωρίας)
bye | μπάι, ελεύθερος αγώνων
Caïssa | Κάισσα (μυθική ινδική θεά του σκακιού)
calculate | υπολογισμός
candidate move | υποψήφια κίνηση
Candidates Match | Ματς των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
Candidates Tournament | Τουρνουά των Διεκδικητών (για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα)
capped piece | καπελωμένο κομμάτι (κομμάτι σημαδεμένο, συνήθως για δεύτερη βασίλισσα)
capture | πάρσιμο, κόψιμο, αιχμαλώτιση, ρ.: τρώω, κόβω, παίρνω
castling | ροκέ
casual game | φιλική παρτίδα
category tournament | τουρνουά κατηγοριών
CC, correspondence chess | σκάκι δι’ αλληλογραφίας
centralization | κεντροποίηση, κατάληψη του κέντρου
center | κέντρο
central pawn | κεντρικό πιόνι
cheapo | φτηνή παγίδα
check | σαχ, ρουά, τσεκ (ανακοίνωση ότι απειλείται ο βασιλιάς)
checkmate | σαχ και ματ, ρουα και ματ
chessboard | σκακιέρα
chess clock | σκακιστικό χρονόμετρο, σκακιστικό ρολόι
clearance | εκκαθάριση
closed game | κλειστή παρτίδα, κλειστό παιχνίδι
closed file | κλειστή κάθετη (κάθετος)
closed tournament | κλειστό τουρνουά (με πρόσκληση των συμμετεχόντων)
coffeehouse | καφενείο (όπου παίζεται σκάκι)
color | χρώμα (άσπρα ή μαύρα)
combination | συνδυασμός
compensation | αντάλλαγμα
connected pawns | ενωμένα πιόνια
connected passed pawns | ενωμένα ελεύθερα πιόνια
connected rooks | διπλωμένοι πύργοι
control of the center | έλεγχος του κέντρου
cook | τρύπα, λάθος σε πρόβλημα
correspondence chess | σκάκι δι' αλληλογραφίας
corresponding squares | αντίστοιχα τετράγωνα (στη θεωρία φινάλε)
counterattack | αντεπίθεση
countergambit | αντιγκαμπί
counterplay | αντιπαιχνίδι
cover | κάλυψη, υποστήριξη
cramped | στριμωγμένος, χωρίς χώρο
critical position | κρίσιμη θέση
critical square | κρίσιμο τετράγωνο
cross-check | αντισάχ (απάντηση σε σαχ με σαχ)
crosstable | πίνακας βαθμολογίας αγώνων
dark squares | μαύρα τετράγωνα
dark-square bishop | μαυροτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) μαυροπόρος αξιωματικός
dead draw | νεκρή ισοπαλία, «ψόφια νούλα»
decoy | δόλωμα
defence | άμυνα
deflect | απομάκρυνση
demonstration board | σκακιέρα τοίχου, σκακιέρα επίδειξης, μαγνητική σκακιέρα
descriptive notation | περιγραφική σημειογραφία
desperado | ντεσπεράντο
development | ανάπτυξη
diagonal | διαγώνια, διαγώνιος
discovered attack | επίθεση με αποκάλυψη
discovered check | σαχ με αποκάλυψη, αποκάλυψη, (παλ.) σαχ εξ αποκαλύψεως
domination | κυριαρχία
double attack | διπλή επίθεση
double check | διπλό σαχ
doubled pawns | διπλωμένα πιόνια
doubled rooks | διπλωμένοι πύργοι
draw | ισοπαλία, νούλα, ρεμί
drawing line | ισόπαλη συνέχεια
drawish | κοντά στην ισοπαλία, νουλοφέρνει
drawing weapon | όπλο ισοπαλίας
Elo rating system | σύστημα αξιολόγησης Έλο
en passant | ανπασάν, εν διελεύσει
en prise | στον αέρα, εκτεθειμένος, ανυπεράσπιστος
endgame | φινάλε, τέλος παρτίδας
endgame tablebase | πίνακας βάσης δεδομένων των φινάλε
epaulette mate | ματ επωμίδων
equalize | εξισορρόπηση θέσης, ισοφάριση θέσης
escape square | τετράγωνο διαφυγής, βαλβίδα διαφυγής
exchange | διαφορά (πύργος για ελαφρό κομμάτι, δηλ. αξιωματικό ή ίππο)
exchange variation | βαριάντα αλλαγής
exhibition | επίδειξη
expanded center | εκτεταμένο κέντρο, ευρύτερο κέντρο
family fork, family check | οικογενειακό πιρούνι, οικογενειακό σαχ
fast chess | γρήγορο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
fianchetto | φιανκέτο
fifty-move rule | κανόνας των πενήντα κινήσεων
file | κάθετη (κάθετος), στήλη
first board | πρώτη σκακιέρα (ο πρώτος παίκτης σε ομαδικές συναντήσεις)
first-move advantage | πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης
Fischer delay | σύστημα χρόνου σκέψης Φίσερ, χρόνος Φίσερ
flag | σημαία (δείκτης τέλους χρόνου στο σκακιστικό χρονόμετρο)
flank | πλευρά, πτέρυγα
flank opening | πλευρικό άνοιγμα
flight square | τετράγωνο διαφυγής
FM | Φιντέ μετρ, μετρ (της) FIDE, μετρ Φιντέ
focal point | εστιακό σημείο
forced move | αναγκαστική κίνηση, κίνηση φορσέ
forfeit | μηδενισμός
fork | πιρούνι
fortress | φρούριο
friendly game | φιλική παρτίδα
gambit | γκαμπί
GM | γκρανμέτρ, γκρανμάστερ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
good bishop | καλός αξιωματικός
grandmaster | γκρανμάστερ, γκρανμέτρ, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
grandmaster draw | νούλα γκρανμέτρ, ισοπαλία σαλονιού, φιλική νουλίτσα
half-open file | ημιανοιχτή κάθετη
handicap | χάντικαπ, μειονέκτημα (τρόπος εξισορρόπησης της διαφοράς δυναμικότητας δύο αντιπάλων ώστε να έχει ενδιαφέρον η αναμέτρηση, π.χ. με μείωση του υλικού ή του χρόνου σκέψης του ισχυρότερου)
hanging | κάτι που κρέμεται, δεν υποστηρίζεται επαρκώς
hanging pawns | κρεμαστά (πιόνια)
heavy piece | βαρύ κομμάτι (Βασίλισσα ή Πύργος)
hole | τρύπα, βαλβίδα
hypermodern | υπερμοντέρνος
inactive | αδρανής
initiative | πρωτοβουλία
Indian bishop | αξιωματικός του φιανκέτου
Indian defence | ινδική άμυνα με φιανκέτο
insufficient material | ανεπαρκές υλικό
interference | παρεμβολή, (στο καλλιτ. σκάκι, και:) διατομή
intermediate move | ενδιάμεση κίνηση
International Arbiter | διεθνής διαιτητής
International Grandmaster (IGM) | (διεθνής) γκρανμέτρ, γκρανμάστερ --το διεθνής σπάνια πια, (σπάν.) μεγάλος διεθνής μέτρ ή ΜΔΜ
International Master (IM) | διεθνής μετρ
Internet chess server | ιστότοπος σκακιστικών αγώνων στο Διαδίκτυο
interpose | παρεμβολή
interzonal Tournament | διαζωνικό τουρνουά, ιντερζόναλ/ιντερζονάλ
ΙQP = Isolated Queen's Pawn | απομονωμένο πιόνι της βασίλισσας, απομονωμένο πιόνι d [δ]
irregular opening | ανώμαλο άνοιγμα
isolani | απομονωμένο πιόνι d [δ]
isolated pawn | απομονωμένο πιόνι
Italian bishop | αξιωματικός της Ιταλικής (λευκό c4 [γ4]/μαύρο c5 [γ5], ιταλικός αξιωματικός)
j'adoube | ζαντούμπ, διορθώνω
Κ | Ρ (σύμβολο του βασιλιά)
key square | κρίσιμο τετράγωνο
ΚGA = King's Gambit Accepted | αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚGD = King's Gambit Declined| μη αποδεκτό γκαμπί του βασιλιά / (του Ρ)
ΚIA = King's Indian Attack | Ινδική άμυνα επίθεση του βασιλιά / (του Ρ)
kibitz(er) | μαζέτας θεατής που πετάγεται και σχολιάζει την παρτίδα, κίμπιτζερ
ΚID = King's Indian Defence| Ινδική (άμυνα) της βασίλισσας / (της Β) του βασιλιά / (του Ρ)
king | βασιλιάς
king bishop | αξιωματικός του βασιλιά
king hunt | κυνήγι του βασιλιά, καταδίωξη του βασιλιά,
king pawn | πιόνι του βασιλιά, πιόνι e [ε]
kingside | πλευρά/πτέρυγα του βασιλιά (του Ρ)
knight | ίππος, (προφ.) άλογο, αλογάκι
knight pawn | πιόνι του ίππου
knockout tournament | τουρνουά νοκάουτ
Kt (απαρχ.)| Ι (σύμβολο του ίππου)
Laws of Chess | Κανόνες του σκακιού
lightning chess | αστραπιαίο σκάκι (σύστημα χρόνου σκέψης)
light squares | λευκά τετράγωνα, ανοιχτόχρωμα τετράγωνα
light-square bishop | λευκοτετράγωνος αξιωματικός, (απαρχ.) λευκοπόρος αξιωματικός
line | οριζόντια
long diagonal | μεγάλη διαγώνια (διαγώνιος)
loss | 1. ήττα, 2. απώλεια
Lucena position | θέση του Λουσένα
main line | κύρια συνέχεια, βασική συνέχεια
major piece | βαρύ κομμάτι (βασίλισσα ή πύργος)
majority | πλειονότητα (πιονιών)
man | πεσσός
Maróczy Bind | Μάροτσι μπάιντ, δεσμά Μάροτσι (τυπική στρατηγική διάταξη)
match | ματς
mate | ματ
material | υλικό
mating attack | επίθεση ματ
middlegame | μέσο παρτίδας
miniature | μινιατούρα
minor exchange | μικρή διαφορά (μικρότερη υλική υπεροχή από την υπεροχή της διαφοράς βλ. exchange, π.χ. Α εναντίον Ι, Α+Α εναντίον Α+Ι ή Ι+Ι)
minor piece | ελαφρύ κομμάτι (αξιωματικός ή ίππος)
minority attack | επίθεση μειονότητας
mobility | κινητικότητα, ευκινησία
mobile pawn center | ευκίνητο κέντρο πιονιών
move | κίνηση
move order | σειρά κινήσεων
mysterious rook move | μυστηριώδης κίνηση του πύργου

drsiebenmal
05-07-2010, 09:38 AM
N | Ι (σύμβολο του ίππου)
NN or N.N. | ΧΨ ή Χ.Ψ. (άγνωστος παίκτης)
norm | νόρμα (τίτλου)
novelty | καινοτομία
offhand game | φιλική παρτίδα
Olympiad | Ολυμπιάδα
0-0 | 0-0, μικρό ροκέ
0-0-0 | 0-0-0, μεγάλο ροκέ
open file | ανοιχτή κάθετη, ανοιχτή στήλη
open game | ανοιχτό άνοιγμα, ανοιχτή παρτίδα
open tournament | ανοιχτό τουρνουά
opening | άνοιγμα
opening preparation | προετοιμασία για το άνοιγμα
opening repertoire | ρεπερτόριο ανοιγμάτων
optimal play | βέλτιστο παιχνίδι, καλύτερες δυνατές κινήσεις
opposite color bishops | ετερόχρωμοι αξιωματικοί, (απαρχ.) ετεροπόροι αξιωματικοί
opposition | οποζισιόν
outside passed pawn | εξωτερικό ελεύθερο (πιόνι), μακρινό ελεύθερο (πιόνι)
outpost | προφυλακή
overextended | υπερέκταση
overloaded | υπερφόρτωση
overprotection | υπερπροστασία
over-the-board (OTB) | πάνω στη σκακιέρα
overworked | υπερφόρτωση
pairing | ζευγάρωμα
passive | παθητικός
passive sacrifice | παθητική θυσία
passed pawn | ελεύθερο (πιόνι)
passer | ελεύθερο (πιόνι)
patzer | μαζέτας
pawn | πιόνι
pawn and move | πιόνι και κίνηση (απαρχ. είδος χάντικαπ (βλ.λ.): ο αδύνατος παίκτης έχει πιόνι περισσότερο και την πρώτη κίνηση --συνήθως αφαιρούσαν το πιόνι f7 [ζ7] του μαύρου)
pawn centre | κέντρο πιονιών
pawn chain | αλυσίδα πιονιών
pawn island | νησίδα πιονιών
pawn storm | έφοδος πιονιών
pawn structure | δομή πιονιών, πιονοδομή
performance rating | αξιολόγηση απόδοσης
perpetual check | διαρκές (συνεχές) σαχ
Philidor position | θέση του Φιλιντόρ
piece | κομμάτι
pin | κάρφωμα
plan | σχέδιο
playable | κάτι παίζεται, μπορεί να το δοκιμάσει κανείς
ply | ημικίνηση (όρος στο σκάκι με υπολογιστές)
poisoned pawn | δηλητηριασμένο (φαρμακωμένο) πιόνι
positional play | στρατηγικό παιχνίδι, ποζισιονέλ παιχνίδι, παιχνίδι θέσεων
positional player | στρατηγικός παίχτης, ποζισιονέλ παίχτης
post-mortem | νεκροψία, ανάλυση μετά την παρτίδα
prepared variation | στημένη βαριάντα, προετοιμασμένη βαριάντα
promotion | προαγωγή
prophylaxis | προφύλαξη
protected passed pawn | προστατευμένο ελεύθερο (πιόνι)
pseudo-sacrifice | ψευδοθυσία
push | σπρώξιμο, ώθηση
Q | Β (σύμβολο της βασίλισσας)
QGA = Queen's Gambit Accepted| αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας (της B)
QGD = Queen's Gambit Declined | μη αποδεκτό γκαμπί της βασίλισσας (της Β)
QID = Queen's Indian Defence | Ινδική (άμυνα) της βασίλισσας (της Β)
quad | τουρνουά πουλ τεσσάρων αντιπάλων
queen | βασίλισσα
queen bishop | αξιωματικός της βασίλισσας
queen pawn | πιόνι της βασίλισσας, πιόνι d [δ]
queenside | πλευρά της βασίλισσας, πτέρυγα της βασίλισσας
queening | προαγωγή σε βασίλισσα
quickplay finish | τέλος με γρήγορο παιχνίδι
quiet move | ήσυχη κίνηση
R | Π (σύμβολο του πύργου)
rank | οριζόντια, γραμμή
rapid chess | γρήγορο σκάκι, ράπιντ
refute | κατάρριψη
related squares | συσχετισμένα τετράγωνα
relative pin | ψευδοκάρφωμα σχετικό κάρφωμα
resign | εγκαταλείπω
romantic chess | ρομαντικό σκάκι
rook | πύργος
rook pawn | πιόνι του πύργου, ακριανό πιόνι
round-robin tournament | τουρνουά πουλ, κυκλικό τουρνουά, αγώνες όλοι με όλους
royal fork | βασιλικό πιρούνι (πιρούνι του βασιλιά και της βασίλισσας)
sac | θυσία
sacrifice | θυσία
sans voir | τυφλό
scholar's mate | ματ του βοσκού
score | αποτέλεσμα
score sheet | παρτιδόφυλλο, φύλλο καταγραφής παρτίδας
sealed move | κρυφή κίνηση, σφραγισμένη κίνηση, κίνηση στο φάκελο
second | 1. δεύτερος, βοηθός, αναλυτής, (παλ.) σεκοντάν. 2. δευτερόλεπτο
see-saw | ζιγκ-ζαγκ
Semi-Open Game | ημιανοιχτό άνοιγμα, ημιανοιχτό παιχνίδι
Semi-Closed Game | ημίκλειστο άνοιγμα, ημίκλειστο παιχνίδι
sharp | οξύς
simplification | απλοποίηση
simultaneous chess | (επίδειξη) σιμουλτανέ, ένας με πολλούς
skewer | σουβλάκι
skittles | φιλική παρτίδα
smothered mate | ματ αποπνιγμού, ματ ετουφέ
solid | σταθερή (θέση)
sound | σωστή (θυσία, κίνηση, εκτίμηση)
space | χώρος
Spanish bishop | Ισπανικός αξιωματικός, αξιωματικός της Ισπανικής παρτίδας (στο b5 [β5] για τα λευκά, στο b4 [β4] για τα μαύρα)
stalemate | πατ
Staunton chessmen | κομμάτια τύπου Στόντον
stem game | μητρική παρτίδα (μιας συνέχειας βαριάντας), πρωτοπαιγμένη παρτίδα, παρτίδα όπου πρωτοπαίχτηκε κάτι
sudden death | ξαφνικός θάνατος (σύστημα χρόνου σκέψης)
swindle | εξαπάτηση, ζούλα
Swiss tournament | ελβετικό τουρνουά, τουρνουά με ελβετικό σύστημα αγώνων
tabia (tabiya) | ταμπία, τυποποιημένη θέση (συν. σε άνοιγμα)
tablebase | βάση δεδομένων με πίνακες κινήσεων
tactician | τακτικός παίκτης, συνδυαστικός
tactics | τακτική, τακτικά κτυπήματα
takeback | ανάκληση κίνησης
TD = tournament director | διευθυντής αγώνων
tempo | τέμπο, χρονικό πλεονέκτημα (μπορεί και μειονέκτημα!) κίνησης
text move | κίνηση από το βιβλίο
theme tournament | θεματικό τουρνουά
Theoretical Novelty (TN) | θεωρητική καινοτομία
threat | απειλή
threefold repetition | τριπλή επανάληψη
tiebreaks | συστήματα άρσης ισοβαθμίας
time | χρόνος
time control | έλεγχος χρόνου
time delay | καθυστέρηση χρόνου
time pressure | πίεση χρόνου
time trouble | πίεση χρόνου
top board | πρώτη σκακιέρα
touched piece rule | κανόνας «πιασμένο-παιγμένο»
tournament | τουρνουά, αγώνες
tournament book | βιβλίο του τουρνουά
tournament director (TD) | διευθυντής αγώνων
transposition | με διαφορετική σειρά κινήσεων, με εναλλαγή κινήσεων
trap | παγίδα
triangulation | τριγωνισμός
undermining | υπονόμευση
underpromotion | υποπροαγωγή
unpinning | ξεκάρφωμα
unorthodox opening | ανορθόδοξο άνοιγμα
vacating sacrifice | θυσία εκκένωσης
valve | βαλβίδα (διαφυγής)
variant | παραλλαγή σκακιού
variation | βαριάντα
waiting move | κίνηση αναμονής
weak square | αδύνατο τετράγωνο, αδυναμία
WFM | Φιντέ μετρ γυναικών, μετρ Φιντέ γυναικών
WGM | γκρανμέτρ γυναικών
white | λευκά, λευκός (ο παίκτης με τα λ.)
wild | άγριο
WIM | διεθνής μετρ γυναικών
win | νίκη
win/winning position | νικηφόρα θέση, κερδίζουσα κερδισμένη θέση
windmill | ανεμόμυλος
wing | πτέρυγα, πλευρά
winning percentage | ποσοστό νίκης
Woman FIDE Master (WFM) | Φιντέ μετρ γυναικών, μετρ Φιντέ γυναικών
Woman Grandmaster (WGM) | γκρανμέτρ γυναικών
Woman International Master (WIM) | διεθνής μετρ γυναικών
woodpusher | μαζέτας
wrong-colored bishop | λάθος αξιωματικός
wrong rook pawn | λάθος ακριανό πιόνι
x-ray attack | επίθεση ακτίνων χ (συζήτηση εδώ (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?6510-%CE%A3%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1&p=130578&viewfull=1#post130578))
zeitnot | πίεση χρόνου
Zonal Tournaments | (τουρνουά) Ζόναλ/Ζονάλ
zugzwang | τσούγκτσβανγκ
zwischenschach | ενδιάμεσο σαχ
zwischenzug | ενδιάμεση κίνηση

drsiebenmal
10-07-2011, 08:25 PM
lemon (=blunder) : πατάτα

Mari
12-03-2012, 11:53 AM
lemon (=blunder) : πατάτα


Καλημέρα σε όλους,

Θα ήθελα να ρωτήσω αν γνωρίζετε πως λέγεται στα ελληνικά το bayonet attack:

http://itschess.blogspot.com/2011/03/kings-indian-bayonet-attack.html

Ευχαριστώ

drsiebenmal
12-03-2012, 12:12 PM
bayonet attack:


Ο όρος «επίθεση με την ξιφολόγχη» χρησιμοποιείται για την προώθηση ενός επιτιθέμενου πιονιού στην πτέρυγα της σκακιέρας όπου έχει κάνει ο αντίπαλος ροκέ. [...] Ένα τυπικό παράδειγμα μιας επίθεσης με την ξιφολόγχη είναι η κίνηση g4, με την οποία τα λευκά ετοιμάζουν την προώθηση g5 για να απειλήσουν το μαύρo ίππο στο f6.


Από την ενότητα Η επίθεση με την ξιφολόγχη στο βιβλίο Η τέχνη της επίθεσης στο σκάκι (http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=108217) του Vl. Vuković, μετάφραση Παν. Δρεπανιώτης, Κλειδάριθμος Αθήνα 2006.

Θα συναντήσεις, πάντως, και την επίθεση (με) μπαγιονέτα(ς).

Mari
12-03-2012, 12:51 PM
Ευχαριστώ πολύ :)