PDA

View Full Version : greenwashing = ψευτοπρασίνισμα



nickel
16-05-2008, 04:29 PM
greenwash : "Disinformation disseminated by an organization so as to present an environmentally responsible public image." (OED)

Wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Greenwash
Greenwash (a portmanteau of green and whitewash) is a term that is used to describe the act of misleading consumers regarding the environmental practices of a company or the environmental benefits of a product or service…
Greenwashing was coined by suburban NY enviromentalist Jay Westerveld in 1986, in an essay regarding the hotel industry's practice of placing green placards in each room, promoting reuse of guest-towels, ostensibly to "save the environment". Westerveld noted that, in most cases, little or no effort toward waste recycling was being implemented by these institutions, due in part to the lack of cost-cutting effected by such practice. Westerveld opined that the actual objective of this "green campaign" on the part of many hoteliers was, in fact, profit increase. Westerveld hence monikered this and other outwardly environmentally-conscientious acts with a greater, underlying purpose of profit increase as greenwashing.

The term is generally used when significantly more money or time has been spent advertising being green (that is, operating with consideration for the environment), rather than spending resources on environmentally sound practices. This is often portrayed by changing the name or label of a product, to give the feeling of nature, for example putting an image of a forest on a bottle of harmful chemicals. Environmentalists often use greenwashing to describe the actions of energy companies, which are traditionally the largest polluters.

Μεταφράσεις που είδα:
greenwash their products = βαφτίζουν πράσινα τα προϊόντα τους, βάζουν «πράσινο περιτύλιγμα» στα προϊόντα τους
greenwash their image = εμφανίζονται με / προβάλλουν οικολογικό προσωπείο

Δεν ξέρω να υπάρχει καθιερωμένος όρος που να περιγράφει την πρακτική.

Υποσημείωση: Δεν πρόκειται για «πλύση εγκεφάλου»· δεν προέρχεται από το brainwashing.

cythere
16-05-2008, 04:40 PM
Σε σελίδα του ευρωκοινοβουλίου, το βρήκα ως "οικολογικό ξέπλυμα".

Θέμα: Κλιματικές αλλαγές και στρατηγικές μάρκετινγκ αποκαλούμενες "greenwashing"

Οι αλλεπάλληλες συζητήσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την ανάγκη του περιορισμού των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και αποτελούν την αιτία των κλιματικών αλλαγών, ώθησαν τις μεγάλες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν νέες στρατηγικές μάρκετινγκ που παραπλανούν τους καταναλωτές. Πρόκειται για στρατηγικές που χαρακτηρίζονται ως «greenwashing» (ή οικολογικό ξέπλυμα) τις οποίες εφαρμόζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εκείνες του πετρελαϊκού, χημικού, πυρηνικού, βιοτεχνολογικού και αυτοκινητιστικού τομέα, οι οποίες προσπαθούν έτσι να προβληθούν ως «πράσινες» επιχειρήσεις, διαδίδοντας υπερβολικές, ή ακόμη και εντελώς αναληθείς, διαβεβαιώσεις για τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις, με στόχο να αποσπάσουν έτσι ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν σύμβολα, εικόνες, ακόμα και λογότυπους (στην περίπτωση βιολογικών προϊόντων διατροφής) που μεταδίδουν ψευδή οικολογικά μηνύματα και χωρίς την ελάχιστη τεκμηρίωση, παραπλανώντας, με αυτόν τον τρόπο, την πλειονότητα των καταναλωτών.

nickel
16-05-2008, 05:04 PM
Σε σελίδα του ευρωκοινοβουλίου, το βρήκα ως "οικολογικό ξέπλυμα".
Το είχα δει, αλλά φοβάμαι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο μεταφραστής δεν αναζήτησε την προέλευση του όρου και έμεινε σε ό,τι έβλεπε, περνώντας από το «οικολογικό ασβέστωμα» (επίχρισμα; κουκούλωμα;) στο «ξέπλυμα». Αν δεν έχει να κάνει με ξέπλυμα χρημάτων ή με διαδικασία να ξεπλύνουν οι εταιρείες τις αμαρτίες τους, δεν ξέρω αν μας εξυπηρετεί ο όρος. Ξενέρωτος μου φαίνεται.

cythere
16-05-2008, 05:29 PM
Μήπως θα ταίριαζε καλύτερα το "πρασινίζω" (εντός εισαγωγικών);
π.χ. "πρασινίζουν" τα προϊόντα τους. / "πρασινίζουν" την εικόνα/το ίματζ τους.

nickel
16-05-2008, 05:33 PM
Ναι, και έχει χρησιμοποιηθεί (ξέχασα να το βάλω). Απλώς, από περιέργεια και μόνο, αναζητώ μια καλή απόδοση για το ουσιαστικό, την πρακτική, και το «πρασίνισμα» μού έπεφτε πολύ γενικό κι αόριστο.

tsioutsiou
16-05-2008, 06:23 PM
Αντί να κοκκινίζουν, "πρασινίζουν".
Μπορούμε να παίξουμε με το "οικο". Λέω, οικοπροσποίηση, οικοπροσποιητός, οικοπροσποιούμαι.

Zazula
19-05-2008, 10:46 AM
Δηλαδή οι εν λόγω εταιρείες λένε ότι προστατεύουν το περιβάλλον και πράσιν' άλογα. :D Το "οίκο-" που πρότεινε ο tsioutsiou το βλέπω ως πρακτικότερο για καλές λεξιπλασίες και νεολογισμούς, σε σύγκριση με το "πράσινο". Οικοφενάκη;

nickel
19-05-2008, 01:49 PM
Οικοφενάκη;
Καλημέρα. Πλάκα έχει αυτό επειδή είχα σκεφτεί να προτείνω τον «οικολογικό φενακισμό», αλλά το βρήκα εξαιρετικά βαρύγδουπο όταν το καλοσκέφτηκα.

sarant
19-05-2008, 02:04 PM
Το πρασίνισμα δεν κάνει γιατί είναι το greening.
Το οικοφενάκι (ένα μικρό οικοφενί;) δεν μαρέσει καθόλου επειδή διαιωνίζει την αρρώστια με την αρχαιοπρεπή οροδοσία όταν όλοι οι άλλοι χρησιμοποιούν λαϊκούς όρους.
Κάτι με ψευτο- θα περπατούσε, ίσως ψευτοπρασίνισμα, αλλά το οικοξέπλυμα δεν είναι καθόλου κακό.
Η λέξη ξέπλυμα έχει θαρρώ γενικευτεί λιγάκι στη μεταφορική σημασία της.