PDA

View Full Version : Λεξιπλασίες (Nonce words)



Pages : 1 2 3 [4]

drsiebenmal
07-01-2012, 05:46 PM
μυριόχιτος (-η-ο): Επιτυχημένος ιστότοπος, που σημειώνει μυριάδες hit. Ευχή: Μυριόχιτος να γίνει ο καινούργιος σας ιστότοπος!. Η υποδιαίρεση χιλιόχιτος μάλλον δεν είναι για καλό: Τζάμπα η ιδέα, τζάμπα ο κόπος μας, ούτε χιλιόχιτη δεν έγινε η ιστοσελίδα μας. Τέλος, ο εκατόχιτος βρίσκεται στο κατώτατο σημείο της τροφικής αλυσίδας: Σιγά το ιστολόγιο! Τρεις μήνες κι ούτε εκατόχιτο δεν έγινε ακόμη!

Zazula
08-01-2012, 09:36 AM
αβγανιστάν = το «εκκολαπτήριο» στα παστούν
Αυγανυστάν = Sleepless in Kabul
Αβγανός = αυτός που δεν βγήκε ακόμη απ' τ' αβγό του
Αυγανός = ο αναγνώστης της Αυγής

ΥΓ: Οι χιλιάδες γκουγκλεύσεις (κι όχι μόνον τα διαδικτυακά ευρήματα· αρκεί ν' ακούσει προσεκτικά κάποιος τη συνήθη εκφορά σε πρόχειρο λόγο) με -βγ- & -υγ- (προφ. /vg/) για το Αφγανιστάν και τους Αφγανούς αφιερώνονται με πολλή αγάπη σ' όσους πιστεύουν ότι υπάρχει περίπτωση να αναστραφεί το ρεύμα τού /ev/ αγωνίζεσθαι (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?10329-Πώς-προφέρεται-το-«ευ»). :p

nickel
08-01-2012, 10:32 AM
Αφενός, έφχε! Αβετέρου...

nickel
14-01-2012, 11:59 AM
γκουνόρροια η μανία που σε έχει πιάσει να ακούς από το πρωί έργα του Γκουνό με αφορμή ένα σχόλιο (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?1980-%CE%A4%CE%B1-%CE%B5%CF%86%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1&p=128936#post128936) που διάβασες.

Zazula
24-01-2012, 10:54 AM
λεγκολπαδόρος = αυτός που κάνει legomations και διάφορα άλλα κόλπα με Lego:

http://www.youtube.com/watch?v=bzgbVy8Js0k

Zazula
26-01-2012, 11:39 PM
ερπετηρίδα = 1. επετηρίδα που κινείται πολύ αργά 2. επετηρίδα με πολλά φίδια κολοβά

Zazula
27-01-2012, 07:09 PM
δενδουλευμένα = αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία "μούφα" (π.χ. κηφηνομισθία, οι πάλαι ποτέ εφημερίες κλπ)

daeman
27-01-2012, 07:20 PM
δενδουλευμένα = αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία "μούφα" (π.χ. κηφηνομισθία, οι πάλαι ποτέ εφημερίες κλπ)
:D :D

Και ει δυνατόν δενδηλωμένα και ουχί φορολελογισμένα, αλλά φορολωλογισμένα (το 'παιξε λωλός στη δήλωση) - τα διαολεμένα.

Zazula
01-02-2012, 08:56 PM
ημερομύθιο
Ασταθές στοιχείο (χρόνος ημιζωής: 20') της οικογένειας των λαθρανιζών, το οποίο προκύπτει όταν η σπάνια (πλέον) γαία ημερομίσθιο βομβαρδιστεί με ακτίνες δέλτα(νι-ταυ) και έψιλον(κάπα-ταυ), διαδικασία που μέχρι στιγμής έχει επιτευχθεί στο περιβόητο Μίσθοτρων των Βρυξελλών. Ταχύτατα ακτινοβολεί ενδειάμεσα σωμάτια και μεταπίπτει στο σταθερό στοιχείο ημερονήστιο, το οποίο δεν συντηρεί τη ζωή και για το οποίο δεν έχει μέχρι στιγμής βρεθεί κάποια πρακτική χρήση (αν και χορηγείται πειραματικά σε νηστικοπαθή άτομα).

εγγαστρίμισθος
Άτομο που μπορεί να επιβιώνει με υποσχέσεις και ψέματα, και το οποίο δίνει την εντύπωση ότι η επιβίωσή του προέρχεται από κάπου αλλού (λ.χ. από το ημερονήστιο — βλ.λ.) και όχι από αυτόν τον ίδιο.

μυθοσυντήρητος
Όποιος παραμυθιάζεται πως μπορεί να είναι μισθοσυντήρητος στις μέρες μας.

ενιαίο μυθολόγιο
Η μυθολογική εξομοίωση των παροχετεύσεων [παροχών+καταληστεύσεων] στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

μυθολογικό κόστος
Το λεγόμενο «μισθολογικό κόστος» σύμφωνα με τα στοιχεία (καθώς και σύμφωνα με όλους τους κοινωνικούς εταίρους). Αποτελεί κεντρικό άξονα της Ελληνικής Μισθοπλασίας.

ακριτομισθία
Αντικειμενικώς σπάνιο (πλέον) ον που ενδιαιτεί και εν Ελλάδι, το οποίο ωστόσο από τους Δυτικούς θεωρείται ότι αντιστοιχεί κι από ένα σε κάθε Έλληνα (των νεογνών συμπεριλαμβανομένων). Την ώρα όμως που οι Έλληνες (αν και όχι επισήμως) επιχειρούν να απομυθοποιήσουν αυτήν την εμμονή των Δυτικών, η άλλη πλευρά έχει καταφέρει να απομισθοποιήσει όλη τη χώρα.

nickel
01-02-2012, 09:21 PM
Σε ευχαριστούμε.


http://www.youtube.com/watch?v=oxVCIuCFd6w

Η τελευταία στροφή λέγεται κι έτσι:

Μισθογραφία σημαίνει ανταρσία,
απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.
Μισθογραφία σημαίνει συνουσία,
φωτογραφία, σημάδι των καιρών.

dharvatis
02-02-2012, 11:54 AM
ημερομύθιο
Ασταθές στοιχείο (χρόνος ημιζωής: 20') της οικογένειας των λαθρανιζών, το οποίο προκύπτει όταν η σπάνια (πλέον) γαία ημερομίσθιο βομβαρδιστεί με ακτίνες δέλτα(νι-ταυ) και έψιλον(κάπα-ταυ), διαδικασία που μέχρι στιγμής έχει επιτευχθεί στο περιβόητο Μίσθοτρων των Βρυξελλών. Ταχύτατα ακτινοβολεί ενδειάμεσα σωμάτια και μεταπίπτει στο σταθερό στοιχείο ημερονήστιο, το οποίο δεν συντηρεί τη ζωή και για το οποίο δεν έχει μέχρι στιγμής βρεθεί κάποια πρακτική χρήση (αν και χορηγείται πειραματικά σε νηστικοπαθή άτομα).

Τέλειο! :lol: :lol: :lol:

drsiebenmal
02-02-2012, 03:10 PM
εξοικονομησάριος/εξοικονομισάριος: Δημόσιος υπάλληλος με την ειδική αποστολή να επιβάλει οικονομίες στην Ελλάδα. Σύνθετη λέξη από την εξοικονόμηση και το κομισάριος. Προσοχή: Οι δυο τρόποι γραφής δεν είναι ισοδύναμοι! Αν είναι Έλληνας και έχει οριστεί από την υπερήφανη ελληνική κυβέρνηση κλπ., γράφεται με -η-, καθώς η έμφαση είναι στην εξοικονόμηση και όχι στην κομισαριακή εξουσία. Αν όμως ορίζεται από τρόικα, ΕΕ, Γερμανία, Ελ, ΟΥΕΦΑ, ΦΙΜΠΑ κλπ, γράφεται με -ι-.

Σύμφωνα με πληροφορίες του γερμανικού περιοδικού Focus, η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε τον ΓΓ του Υπ. Οικονομικών Ηλία Πλασκοβίτη ως νέο κομισάριο εξοικονόμησης (άρα: εξοικονομησάριο). Πηγή (http://www.focus.de/finanzen/news/staatsverschuldung/63-500-falsche-renten-gestoppt-tote-griechen-bekommen-kein-geld-mehr_aid_709850.html).

daeman
02-02-2012, 03:14 PM
Έρχονται οι εξοικονομησάριοι / εξοικονομισάριοι να συμμαζέψουν, λέει, αυτά που έφαγαν (κι εξακολουθούν να τρώνε) οι κονομησάριοι της λαμογιάς. Εμάς, έτσι κι αλλιώς, θα μας αφήσουν πολιτικοκοινωνικοοικονομισερούς.

VickyN
04-02-2012, 09:13 AM
Τέλειο! :lol: :lol: :lol:


ημερομύθιο
Ασταθές στοιχείο (χρόνος ημιζωής: 20') της οικογένειας των λαθρανιζών, το οποίο προκύπτει όταν η σπάνια (πλέον) γαία ημερομίσθιο βομβαρδιστεί με ακτίνες δέλτα(νι-ταυ) και έψιλον(κάπα-ταυ), διαδικασία που μέχρι στιγμής έχει επιτευχθεί στο περιβόητο Μίσθοτρων των Βρυξελλών. Ταχύτατα ακτινοβολεί ενδειάμεσα σωμάτια και μεταπίπτει στο σταθερό στοιχείο ημερονήστιο, το οποίο δεν συντηρεί τη ζωή και για το οποίο δεν έχει μέχρι στιγμής βρεθεί κάποια πρακτική χρήση (αν και χορηγείται πειραματικά σε νηστικοπαθή άτομα).


Κάτι τέτοια λέτε εδώ μέσα και μας δημιουργείτε κόμπλεξ κατωτερότητας:upz:
Προσωπικά, δεσμεύομαι να γελάω τουλάχιστον μέχρι την παραπάνω βδομάδα. :lol:
Έτσι που πάει το πράγμα, ίσως και μέχρι την παραπάνω δεκαετία.

sarant
04-02-2012, 09:38 AM
Οι λεξιπλασίες της κρίσης είναι πολύ καλές, πράγματι!

nickel
04-02-2012, 01:36 PM
Στο πρότυπο του τσιπαρισμένος (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?80-%CE%9D%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF-%28Neologisms%29&p=131241#post131241) (κάποιος ή κάτι με εμφυτευμένο αναγνωριστικό ηλεκτρονικό τσιπ).

τσιπραρισμένος -η -ο κάποιος με εμφυτευμένο καταγγελτικό πρόγραμμα.

drsiebenmal
04-02-2012, 01:46 PM
δειναπραγματευτής Ο ειδικός στις δειναπραγματεύσεις:

Σε αντίθεση με ΓΑΠ και Παπακωνσταντίνου που δεν διαπραγματεύτηκαν τίποτε για το πρώτο Μνημόνιο, ο Βαγγέλης αποδεικνύεται (μάρτυράς μας το MEGA) εξαιρετικός στις δειναπραγματεύσεις με την τρόικα.

Alexandra
04-02-2012, 01:55 PM
Λεξιπλασία δεν είναι ακριβώς, αλλά ο Κωστής Παπαγιώργης στο Αθηνόραμα χαρακτήρισε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο "στοματικά αφρούρητο":


Ο παλαίμαχος λογοτέχνης προτίμησε να μιλήσει για "σκατά", αρνήθηκε πάσα σχέση με την αθηναϊκή Βαβυλώνα και όλα αυτά συζητώντας με μια όμορφη γυναίκα [την Τσαπανίδου εννοεί], που πιθανότατα δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τον αλλόκοτο και στοματικά αφρούρητο συνομιλητή της.

Zazula
06-02-2012, 12:35 PM
Λεξιπλασία δεν είναι ακριβώς, αλλά ο Κωστής Παπαγιώργης στο Αθηνόραμα χαρακτήρισε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο "στοματικά αφρούρητο".
Μήπως ήθελε να αποδώσει τα unmuzzled / unrestrained, και φοβόταν ότι το κατεξοχήν μετάφρασμά τους (δηλ. το απύλωτος) είναι πλέον αμιγώς κακόσημο;

daeman
09-02-2012, 02:41 PM
...
ταινιόφοιτος: ο φοιτητής σχολής κινηματογράφου

ταινιόφυτο (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?10627-film-geek&p=131939&viewfull=1#post131939): ο τελειωμένος σινεφίλ (βλ. σχ. ποστ π2 (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?10627-film-geek&p=131893&viewfull=1#post131893))

σινεφύτουλας: μειωτικός χαρακτηρισμός για τον σινεφίλ (βλ. σχ. ποστ unique (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?10627-film-geek&p=131894&viewfull=1#post131894))

nickel
16-02-2012, 10:44 AM
Ευχές για μακροημέρευση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», που σήμερα κλείνει τα τρία χρόνια.

Με την ευκαιρία των γενεθλίων, παρουσιάζει εκεί (http://sarantakos.wordpress.com/2012/02/16/tritagenethlia/) το Λεξικό του ιστολογίου με λέξεις που συνηθίζονται στο ιστολόγιο και που δεν θα βρείτε στα γνωστά λεξικά. Επειδή κάποιες απ’ αυτές συνηθίζονται κι εδώ (συχνά λόγω ώσμωσης), αποσπώ όσες μας αφορούν.

Αγνώριστοι: ή, Στρατιά των Αγνώριστων. Πρόσωπα και τόποι που το όνομά τους παραμορφώθηκε φριχτά από μεταφραστική ή άλλη ατζαμοσύνη, με αποτέλεσμα να είναι αγνώριστο, σαν τον Φλάβιους Ζοζέφ (= Φλάβιος Ιώσηπος). Είναι το αντίπαλο δέος των Ανύπαρχτων* και κατοικούν στην Απωνία*.
ακλισιά: Πάθηση της νεοκαθαρεύουσας (και όχι μόνο) στην οποία μένουν άκλιτες όσες λέξεις δεν είναι ελληνικές από δεκατέσσερις γενεές. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα, η τρόικα, που πολλοί θεωρούν σωστό να την αφήνουν άκλιτη, της τρόικα.
Ανύπαρχτοι: ή Στρατιά των Ανύπαρχτων. Πρόσωπα που γεννήθηκαν όχι από μάνα και πατέρα, αλλά από μεταφραστική ατζαμοσύνη, σαν τον συνθέτη Μποχεμιάν, τον οδηγό αυτοκινήτου Πράβο Γιάζντι και τον δαιμόνιο σκακιστή Τάλατ Μπλεντ. Η χώρα των Ανύπαρχτων είναι η Νομανσλάνδη*. […]
Απωνία: Η χώρα των Αγνώριστων. Από (υποτιθέμενο) μαθητικό μαργαριτάρι του Μ. Έβερτ, που είχε γράψει «Η Απωνία» αντί για «Ιαπωνία».
βαρεσάδικο ή βαρεζάδικο: Είδος κατεβασάδικου*, ιστότοπος απ’ όπου κατεβάζουν (κάποιοι) προγράμματα [από το warez].
γιουτουμπάκι: Βιντεάκι από το You Tube (γιουτούμπ ή γιουτούμπι), ιδίως όταν παρατίθεται σε άρθρο ή σε σχόλιο. [Στη Λεξιλογία το λέμε και γιουτιουμπάκι.]
γκουγκλίζω: αναζητώ μια λέξη στο γκουγκλ. Στο ιστολόγιο είχε γίνει δημοψήφισμα για την προτιμότερη μορφή: γκουγκλάρω, γκουγκλίζω, γκουγκλεύω ή…. Και φράση: «η τάδε λέξη δεν γκουγκλίζεται» δηλ. δεν δίνει κανένα αποτέλεσμα στην αναζήτηση μέσω γκουγκλ.
ερμαφρόδιτοι τύποι: τύποι ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται και για το αρσενικό και για το θηλυκό γένος (επίκοινοι λέγονται κανονικά), ιδίως όταν υπάρχει δόκιμος θηλυκός τύπος (π.χ. η εκπαιδευτής).
ηλε- Πρόθεμα που αντιστοιχεί στο αγγλικό e- και που χρησιμοποιείται κατά κόρο στο ιστολόγιο [και στη Λεξιλογία]: ηλεμήνυμα το email, ηλέκδοση η ηλεκτρονική έκδοση (εφημερίδας), ηλεβιβλίο κτλ.
κατεβασάδικο: Ιστότοπος απ’ όπου κατεβάζουν (κάποιοι) προγράμματα. Μπορεί να είναι πιρτουπιράδικο [peer-to-peer] ή βαρεσάδικο*. [Υπάρχει και το κατεβαστήρι, πρόγραμμα που διευκολύνει τα κατεβάσματα.]
κοπιπαστώνω Αντιγράφω κάτι με κοπιπαστή [ή κοπιπάστωμα], αναδημοσιεύω (ενν. χωρίς να το ελέγξω), π.χ. «το λάθος θα το βρείτε σε πάμπολλους ιστότοπους. Μήπως κοιτάζει κανείς τι κοπιπαστώνει;».
λεξιλογώ: ασχολούμαι με τις λέξεις. Αγαπημένη φράση του Νικοκύρη [δηλ. του Σαραντάκου]: «εμείς εδώ λεξιλογούμε». [Στη Λεξιλογία έχουμε και το όνομα, όχι μόνο τη χάρη.]
λερναίο: αρχικά το Λερναίο κείμενο, δηλαδή η ελληνοκεντρική μπαρούφα περί Hellenic Quest, και κατ’ επέκταση οποιοσδήποτε μύθος διαδίδεται μέσω Διαδικτύου.
λίκνος: το λινκ, ο σύνδεσμος (link). Από μαργαριτάρι του Γ. Παπανδρέου.
λουρκίζω: παρακολουθώ μια συζήτηση σε ιστολόγιο, φόρουμ κτλ. χωρίς να εκδηλώνομαι, μεταφορά του αγγλ. lurk.
Νικοδεσπότης, Νικοκύρης: ο νοικοκύρης του ιστολογίου αλλά και Νίκος [ιδ. ο Σαραντάκος, για να μην έχουμε μπερδέματα!].
Νομανσλάνδη: Η χώρα των Ανύπαρχτων* [από το No man’s land].
παρέμπ: παρεμπιπτόντως.
πεντέφι: κείμενο σε μορφή pdf, αρχείο pdf. Και πεντεφάκι, το μικρό. [Στη Λεξιλογία επίσης: πιντιέφ, πιντιέφι — εμείς παίρνουμε και από τα αγγλικά.]
πολυτονιάτης: οπαδός του πολυτονικού. Δείτε και το ποίημα (http://sarantakos.wordpress.com/2010/03/17/polyton1).
πορτοκαλίζω: βρίσκω ή υποστηρίζω ελληνοκεντρικές και εντελώς αβάσιμες ετυμολογίες, όπως ο Γκας Πορτοκάλος της ταινίας Γάμος αλά ελληνικά.
ραμόνι: παράκουσμα, συχνά παιδικό, σε γνωστό τραγούδι, που συχνά πλάθει νέες λέξεις, όπως «το ραμόνι» από το «τώρα μόνη» ή «βιολί σαν του Ροβιόλη» από το «σαντουροβιόλι».
σκουληκάκια (αλεξανδρινά): η δασεία, η περισπωμένη και τα άλλα τονικά σημάδια του πολυτονικού.
σχιζολεξία: ψύχωση των νεοκαθαρευουσιάνων που τους αναγκάζει να γράφουν χωριστά λέξεις που πάντοτε γράφονταν ως μία, π.χ. «κατ’ επειγόντως». Λέγεται και «μανιακή σχιζολεξία».
τηλεσκοπική λέξη: Νεολογισμός που φτιάχνεται ενώνοντας τα μισά δύο λέξεων, όπως η ευελφάλεια από το ευελιξία και ασφάλεια.


Και εις άλλα με υγεία!

drsiebenmal
23-02-2012, 07:16 AM
τριαντατρόικα (Ανδρέας Πετρουλάκης, στην Καθημερινή)

http://news.kathimerini.gr/kathnews/photos/22-02-12/22-02-12_473363_1.gif

nickel
26-02-2012, 10:28 AM
λομπιτούρα η : (λαϊκ.) παρασκηνιακή ενέργεια που οργανώνεται από ομάδα συμφερόντων (λόμπι) και αποσκοπεί στην παράνομη εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων της ομάδας: Με διάφορες λομπιτούρες οι φαρμακευτικές βιομηχανίες κρατούν στα ύψη τη δαπάνη για τα φάρμακα.

Zazula
28-02-2012, 02:20 PM
Χιουνανιστάν = το Γιουνανιστάν (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?1572-Αυτο-υποτιμητικά-των-Ελλήνων&p=15402&viewfull=1#post15402) κατά τη χειμερινή περίοδο

χοιωνοσκόπος = μάντης που προβλέπει το μέλλον παρατηρώντας χιονοθύελλες (πραγματικές ή αμιγώς τηλεοπτικές) στα δελτία των οχτώ

nickel
01-03-2012, 09:12 PM
ρε-τζιζ-στερ μεταφραστικό λάθος που αφορά την απόδοση μιας απλής παραίνεσης στη γλώσσα-πηγή με εκφράσεις τζιζ (http://img23.imageshack.us/img23/5113/easytiger2.jpg) στη γλώσσα-στόχο.

nickel
07-03-2012, 07:42 PM
αποροκηπευτικά κηπευτικά για απόρους, τα οποία διατίθενται από τους παραγωγούς απευθείας στους καταναλωτές
[Από σαρδάμ της Όλγας Τρέμη στο βραδινό δελτίο του Mega]

daeman
30-03-2012, 02:49 PM
...
σιναφωμένος: ο βαθιά χωμένος στο σινάφι του, όποιος φροντίζει πρωτίστως τα συμφέροντα της συντεχνίας του
ΣΥΝ σιναφής (λόγ.), σινάφ σεβνταλής (λαϊκότ.), σιναφίλ (ξεν.) ο αναδίδων σιναφίλα

Zazula
30-03-2012, 04:42 PM
επαιτειακός = ο σχετικός με επέτειο για τον οποίον όμως ο/η ενδιαφερόμενος/η αναγκάζεται να ζητιανέψει προκειμένου να τον λάβει: Δεν θα κάναμε τίποτα για τα πέντε χρόνια γάμου μας αν δεν τον έπρηζα τον ανεπρόκοπο — και τελικά μου 'φερε ένα επαιτειακό λούτρινο, πανάθεμά τον! Όταν κατάλαβα πως είναι στην καρακοσμάρα του κι έχει ξεχάσει εντελώς την επέτειό μας του τα 'χωσα μπας και κάναμε έστω μια επαιτειακή έξοδο, αλλά συνειδητοποίησα πως μετά θα ζήταγε επαιτειακό σεξ οπότε κι εγώ τον έγραψα και γιόρτασα μ' ένα ξεπετειακό κουικάκι με τον κουμπάρο.

drsiebenmal
01-04-2012, 04:46 PM
νικάτορας = ο νοικάτορας (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?11031) (ή μη) που ονομάζεται Νίκος και το έχει δίσπιτο (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?11014-%CE%A4%CE%BF-%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9B%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82&p=137676&viewfull=1#post137676)

nickel
03-04-2012, 11:59 AM
ντροπολογία πασίγνωστος όρος, που ωστόσο δεν έχει περάσει στα λεξικά. Περιγράφει τροπολογίες της ντροπής, δηλαδή τροπολογίες σε νομοσχέδια τις οποίες καταθέτουν βουλευτές προκειμένου να εξυπηρετήσουν μικροσυμφέροντα και να δικαιώσουν τον τίτλο του βολευτή. (Προτείνεται η αγγλική απόδοση shamendment.)

εντροπολογία 1 όρος για τροπολογίες που καταθέτουν βουλευτές ακόμα και όταν βυθίζεται η χώρα στην πλήρη αποδιοργάνωση (από εντροπία + τροπολογία). 2 μελέτη της διαδικασίας της αποδιοργάνωσης (από entropologie (http://www.eoht.info/page/Entropology)).

(Η εντροπία είναι η έννοια μέσω της οποίας μετράται η αταξία, της οποίας η μέγιστη τιμή αντικατοπτρίζει την πλήρη αποδιοργάνωση (ομογενοποίηση των πάντων) και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής ή αλλιώς της εξέλιξης.)




μεγαλοκαρχαρίας ο: (προφ.) μειωτικός χαρακτηρισμός για επιχειρηματία οικονομικά πολύ ισχυρό, ο οποίος ανταγωνίζεται σκληρά τους άλλους ή εκμεταλλεύεται το λαό. (ΛΚΝ)

μεγαλοκραχαρίας ο: μειωτικός χαρακτηρισμός για οικονομικό παράγοντα που επιδιώκει να επωφεληθεί από την οικονομική κρίση και την καταστροφή των υπολοίπων.

bernardina
03-04-2012, 01:06 PM
Συγκαμ(μ)ένος = πολιτικός συνασπισμός (έως και κυβερνητικός) στον οποία συμμετέχει με πρωταγωνιστικό ρόλο ο Πάνος Καμ(μ)*ένος

*Δικό του το επίθετο, όπως θέλει το γράφει :whistle:

nickel
09-04-2012, 11:54 AM
επισόδειο (το) το πρόσθετο και μη αναμενόμενο κομμάτι της σοδειάς που παίρνει ο παραγωγός σαν δώρο από το Θεό ή/και από τη φύση: Όλη η σοδειά πήγε καλά, αλλά αυτό που μας ικανοποίησε περισσότερο ήταν το επισόδειο.



Πηγή της έμπνευσης:
http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?29-Your-slip-is-showing-Glvssikew-kai-metafrastikew-gkafew&p=138633#post138633

dharvatis
10-04-2012, 01:39 PM
σκαρφαλοθήριο: προϊστορικό τετράποδο θηλαστικό με καλές αναρριχητικές ικανότητες, (συνεκδ.) (και σκαρφαλωτήρι): βρέφος οκτώ μηνών (περίπου) που, ενώ δεν μπορεί καλά-καλά να περπατήσει ακόμα, προσπαθεί συνεχώς να σκαρφαλώσει πάνω σε έπιπλα, τοίχους, ανθρώπους, τον εαυτό του...

Themis
10-04-2012, 02:04 PM
σκαρφαλόσκαλο: ο πατέρας του ως άνω σκαρφαλοθηρίου οριζομένου συνεκδοχικώς, ήτοι σκαρφαλωτηριού.

Palavra
10-04-2012, 02:09 PM
σκαρφαλωσιά: οτιδήποτε χρησιμεύει στο προαναφερθέν σκαρφαλοθηρίο ως σκαλωσιά-πάτημα για ν' ανέβει ψηλότερα, ήτοι τα κάγκελα της κούνιας του, η καρέκλα στο σαλόνι, η μαμά του, ο μπαμπάς του, η βιβλιοθήκη με τα λεξικά.

daeman
10-04-2012, 02:33 PM
σκαρφαλόσκαλο: ο πατέρας του ως άνω σκαρφαλοθηρίου οριζομένου συνεκδοχικώς, ήτοι σκαρφαλωτηριού.

ΣΥΝ. σκαρφαλοθήρας [σημ. συνηθίζεται επίσης το εσφ. σκαρφαλωθήρας· η εσφ. γραφή του με ω οφείλεται σε ισχυρή παρετυμολογική έλξη από τη λ. άλωση, την οποία επιχειρεί αδιάκοπα το ακάματο σκαρφαλοθήριο, να κατακτήσει όλα τ' αψηλά στην περιοχή της δράσης του]

Προσοχή επιβάλλεται κατά τη γραφή τής λ. σκαρφαλωτήρι ανωτύρω, διότι το σκαρφαλοτύρι είναι άλλο πράγμα:
http://farm4.staticflickr.com/3552/3443799015_3cdbb92668_z.jpg

dharvatis
10-04-2012, 07:48 PM
σκαρφαλόσκαλο: ο πατέρας του ως άνω σκαρφαλοθηρίου οριζομένου συνεκδοχικώς, ήτοι σκαρφαλωτηριού.


σκαρφαλωσιά: οτιδήποτε χρησιμεύει στο προαναφερθέν σκαρφαλοθηρίο ως σκαλωσιά-πάτημα για ν' ανέβει ψηλότερα, ήτοι τα κάγκελα της κούνιας του, η καρέκλα στο σαλόνι, η μαμά του, ο μπαμπάς του, η βιβλιοθήκη με τα λεξικά.


ΣΥΝ. σκαρφαλοθήρας [σημ. συνηθίζεται επίσης το εσφ. σκαρφαλωθήρας· η εσφ. γραφή του με ω οφείλεται σε ισχυρή παρετυμολογική έλξη από τη λ. άλωση, την οποία επιχειρεί αδιάκοπα το ακάματο σκαρφαλοθήριο, να κατακτήσει όλα τ' αψηλά στην περιοχή της δράσης του]

:lol::lol::lol::clap::clap::clap::clap::clap:

nickel
12-04-2012, 10:42 AM
Και Κιλογουότ η μονάδα μέτρησης της άγνοιας. :p

κιλογουότ (το) μονάδα μέτρησης της άγνοιας.


Με την ευκαιρία, ποιο είναι το νήμα όπου μπορώ να αναρωτηθώ κατά πόσο τα πασχάλια βγήκαν από το «πας χάλια» χωρίς να παρεξηγηθώ;

nickel
13-04-2012, 02:35 PM
σοχαζοπούλι (το) το έξυπνο πουλί που πιάνεται από τη μύτη [ΕΤΥΜ. < so + χαζό + πουλί]

drsiebenmal
13-04-2012, 05:16 PM
σοχαζοπούλι (το) το έξυπνο πουλί που πιάνεται από τη μύτη [ΕΤΥΜ. < so + χαζό + πουλί]

Εναλλακτική γραφή: Ϸχαζοπούλι, όπου Ϸ το ελληνικό γράμμα Σο (http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?5358) (παχύ σ)

Zazula
24-04-2012, 09:12 AM
Η λεξιπλασία δεν είναι ούτε καινούργια ούτε ήμουν εγώ ο πρώτος που τη σκέφτηκε, αλλά με τα πρόσφατα καμερονέζικα τερτίπια δεν μπορείς ν' αποφύγεις να τη σκεφτείς:

αντιτιτανικός ορός = εμβόλιο κατά της ναυτίας που προκαλείται απ' οτιδήποτε έχει σχέση με την εκμετάλλευση του ναυαγίου του Τιτανικού

pidyo
24-04-2012, 07:29 PM
hellenicούρα, η = η μανία να αυτοαποκαλούνται Hellenes οι Έλληνες στα αγγλικά.

daeman
24-04-2012, 07:34 PM
hellenicούρα, η = η μανία να αυτοαποκαλούνται Hellenes οι Έλληνες στα αγγλικά.
:D

helleniκουρά: το κούρεμα στο κέντρο νεοσυλλέκτων (κόλαση τo δάσος των κεκαρμένων στα χελλενικά στρατά).

daeman
30-04-2012, 12:19 PM
Μήπως να λέγαμε καλύτερα (το) σεξεμές (κατά το εσεμές);

σερσεμές: το εσεμές αναζήτησης | (παρωχ.) το ανόητο (http://www.slang.gr/lemma/show/sersemis_3622) εσεμές

εξευμεσεμές: το εσεμές εξευμενισμού

εσεμώ (μτβ.): στέλνω εσεμές σε κάποιον (text somebody (http://www.thefreedictionary.com/text)).
Σ' εσεμώ όλη τη μέρα, μα εσύ μου βρέχεις πέρα. Σου εσέμησα, αλλά δεν απάντησες (σ' εσέ, μα φαμ). ΦΡ Εσεμέ λα φαμ πουρ σερσέ λα φαμ. Σ' εσεμούσα, σ' εσεμούσα κι όλη νύχτα καρτερούσα. Θα σου εσεμέσω λεπτομέρειες. Σεσέμησα, εσεσεμήκειν, σεσεμηκώς έσομαι.

bernardina
30-04-2012, 12:41 PM
σερσεμές: το εσεμές αναζήτησης | (παρωχ.) το ανόητο (http://www.slang.gr/lemma/show/sersemis_3622) εσεμές

εξευμεσεμές: το εσεμές εξευμενισμού

εσεμώ (μτβ.): στέλνω εσεμές σε κάποιον (text somebody (http://www.thefreedictionary.com/text)).
Σ' εσεμώ όλη τη μέρα, μα εσύ μου βρέχεις πέρα. Σου εσέμησα, αλλά δεν απάντησες (σ' εσέ, μα φαμ). ΦΡ Εσεμέ λα φαμ πουρ σερσέ λα φαμ. Σ' εσεμούσα, σ' εσεμούσα κι όλη νύχτα καρτερούσα. Θα σου εσεμέσω λεπτομέρειες. Σεσέμησα, εσεσεμήκειν, σεσεμηκώς έσομαι.



Εδώ εφιστάται η προσοχή, ώστε να μη συγχέεται το επίθετο εσεμετικός με το εσεμεσεμετικός --το πρώτο έχει να κάνει με αυτό καθαυτό το εσεμέ (του εσεμού; ) ενώ το δεύτερο είναι το εμετικό εσεμέ(ν), ήγουν ένα εσεμέ που προκαλεί αηδία λόγω γλοιώδους περιεχομένου, δουλοπρέπειας-επιπέδου-σλουρπ-σλουρπ, συνδρόμου γραμματοσήμου κλπ.

daeman
30-04-2012, 12:46 PM
Εδώ εφιστάται η προσοχή, ώστε να μη συγχέεται το επίθετο εσεμετικός με το εσεμεσεμετικός --το πρώτο έχει να κάνει με αυτό καθαυτό το εσεμέ (του εσεμού; ) ενώ το δεύτερο είναι το εμετικό εσεμέ(ν), ήγουν ένα εσεμέ που προκαλεί αηδία λόγω γλοιώδους περιεχομένου, δουλοπρέπειας-επιπέδου-σλουρπ-σλουρπ, συνδρόμου γραμματοσήμου κλπ.


το εσεμές, του εσεμούς, τα εσεμή, των εσεμών (βλ. εκκρεμές (http://www.neurolingo.gr/el/online_tools/lexiscope.htm?term=εκκρεμές))
[σημ. να μη συγχέεται με το αρσ. εσεμές (ο): ο μανιώδης αποστολέας εσεμές, ΣΥΝ τεξτάκιας]

εξεμές: το εμετικό εσεμές | το εσεμές χωρισμού, εξόδου από σχέση

Zazula
04-05-2012, 11:18 AM
πείθωνας = αυτός που πείθει κάποιον με ασφυκτικά πιεστικά επιχειρήματα, διλήμματα κττ
πείθηκος = αυτός που πείθει κάποιον με μαϊμουδιές κ.ά. τέτοια κόλπα
απείθανος = αυτός που δεν πείθεται με τίποτα

πηγή έμπνευσης: http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?11230-persuader

bernardina
04-05-2012, 11:25 AM
πείθωνας = αυτός που πείθει κάποιον με ασφυκτικά πιεστικά επιχειρήματα, διλήμματα κττ
πείθηκος = αυτός που πείθει κάποιον με μαϊμουδιές κ.ά. τέτοια κόλπα
απείθανος = αυτός που δεν πείθεται με τίποτα

πηγή έμπνευσης: http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?11230-persuader

μπρωθτά, το αντίθετο του πείθω :whistle:

Zazula
04-05-2012, 11:28 AM
μπρωθτά, το αντίθετο του πείθω :whistle:
Δλδ πώς καλούνται τα κολλητά επιχειρήματα που πείθουν; :inno:

bernardina
04-05-2012, 11:53 AM
Δλδ πώς καλούνται τα κολλητά επιχειρήματα που πείθουν; :inno:



Πειθόλογα!
Παράδειγμα (Άθε ρε φίλε, πε πέθανε θτα πειθόλογα η γκόπετα. Εγώ τηθ έλεγα, πεθ που, πωρό που, τι θου κάτω, τι θου κάτω; Κι εκείτη πε απαττούθε: πειθόλογα, πειθόλογα!!! Θυτετόηθη πηδέτ!)

drsiebenmal
04-05-2012, 11:58 AM
Θεσσαλονικιά λοιπόν η κοπελιά...

bernardina
04-05-2012, 12:07 PM
Θεσσαλονικιά λοιπόν η κοπελιά...

Και το πθευδό παλικάρι κρυωπέτο... (τα φατταθτείθ, όλη τητ ώρα τού έτρεχε η πύτη του... έτα χάλι!)

nickel
04-05-2012, 01:06 PM
πειστήρι (το) επίμονη προσπάθεια να πείσεις κάποιον· συν. ψηστήρι.

(Δεν είναι πρωτολογισμός, δυστυχώς.)