PDA

View Full Version : συνιστώ, συστήνω, συνίσταται, συνιστάται



Elsa
22-08-2008, 11:02 AM
Επειδή τα παιδιά μου μπερδεύουν αυτά τα ρήματα και τα διορθώνω συνέχεια, έψαξα λίγο στο δίκτυο και είδα οτι κι άλλοι τα μπερδεύουν.
Τα μάζεψα όλα -νομίζω- εδώ, με τις ερμηνείες τους, από το Τριανταφυλλίδης On-Line.

συνιστώ 1 [sinistó] P10.1α -ώμαι P11 αόρ. σύστησα και συνέστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστάθηκα και συστήθηκα, απαρέμφ. συσταθεί και συστηθεί : συγκροτώ, ιδρύω• συστήνω 2: Θα συσταθεί επιτροπή. Συστήθηκε εταιρεία. [λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer]

συνιστώ 2, -ώμαι P μππ. συστημένος* : 1.συστήνω12. α. συμβουλεύω κπ. ή του υποδεικνύω τι πρέπει να κάνει: Σου ~ να συμβουλευτείς ένα δικηγόρο. Συνιστάται στους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση του νερού. O γιατρός μού συνέστησε αυστηρή δίαιτα. β1. (για πργ.) συμβουλεύω κπ. να χρησιμοποιήσει κτ.: Θα σου συστήσω μερικά καλά βιβλία. β2. (για πρόσ.) θεωρώ κπ. κατάλληλο να αναλάβει κάποιο έργο και συμβουλεύω να τον χρησιμοποιήσουν: Θα σου συστήσω έναν πολύ καλό δικηγόρο / τεχνίτη. || (έκφρ.) κτ. συνιστά κπ., δημιουργεί θετικές εντυπώσεις για κπ.: Δε σε συνιστά καθόλου αυτό που έκανες / που είπες. 2. συστήνω11. [λόγ. < αρχ. συνιστῶ, συνίστημι]

συνιστώ 3 παθ. συνίσταμαι [sinístame] P (μόνο στο ενεστ. θ., κυρ. στο γ' πρόσ.) : (λόγ.) 1. είναι, αποτελεί: H πλαστογραφία συνιστά ποινικό αδίκημα. 2. (παθ.) α. αποτελείται: Tο νερό συνίσταται από υδρογόνο και οξυγόνο. β. έγκειται: O ρόλος του δασκάλου συνίσταται στη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων. Σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις σου; [λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer, consister]

συστήνω 1 [sistíno] -ομαι & (σπάν.) συσταίνω [sisténo] -ομαι P αόρ. σύστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστήθηκα, απαρέμφ. συστηθεί, μππ. συστημένος* : 1.γνωρίζω δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους αναφέροντας τα ονόματά τους, την ιδιότητά τους κτλ., παρουσιάζω τον ένα στον άλλο: Nα σου / σας συστήσω τον αδελφό μου / την κυρία (τάδε). || (πληθ.) για αλληλοπάθεια: Mε τον κύριο Iωάννου έχουμε συστηθεί παλαιότερα. 2. συμβουλεύω, υποδεικνύω• συνιστώ 2: Δε σου ~ να κάνεις αυτή την ενέργεια. [αρχ. συνιστῶ μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. συστησ-• συστ(ήνω) μεταπλ. -αίνω]

συστήνω 2, -ομαι P αόρ. σύστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστήθηκα και συστάθηκα, απαρέμφ. συστηθεί και συσταθεί : συγκροτώ, ιδρύω: Θα συστήσουμε επιτροπή για τη διεξαγωγή του εράνου. Συστάθηκε ο οργανισμός για την τοπική αυτοδιοίκηση. [λόγ. προσαρμ. στη δημοτ. του συνιστώ 1 με βάση το συνοπτ. θ. συστησ-]

Άσχετο, αυτό το «σύσταση και συμμορία» του νομικού λεξιλογίου, ξέρει κανείς πώς προέκυψε; Θέλω να πω, τι σόι αδίκημα είναι η σύσταση; :confused: Γιατί όχι σύσταση συμμορίας;

nickel
24-08-2008, 03:36 AM
Για να το κάνουμε λίγο λιανά το παραπάνω, οι σημασίες 1 και 2 είναι κοινές. Το συνιστώ (3) περιέχει τις περιπτώσεις που δεν μπορούμε να τις πούμε και με το συστήνω (χοντρικά: συνιστώ = constitute, συνίσταται από = consists of, συνίσταται σε = consists in). Στις περιπτώσεις 1 και 2, όταν κάποιος λέει «μου σύστησαν ένα καλό βιβλίο» και «η εταιρεία συστάθηκε», ο ενικός μπορεί να είναι είτε συνιστώ είτε συστήνω.

Για τη «σύσταση και συμμορία» έχω κι εγώ τις απορίες μου. Είναι νομικές διατυπώσεις που τις έχουν οι νομικοί στην καθημερινότητά τους, αλλά όχι εμείς. Προέρχονται από τη σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας και την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:51997XG0623:EL:HTML
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:51997XG0623:EN:HTML
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:51997XG0623:FR:HTML

Σύσταση και συμμορία
Conspiracy and association to commit offences
Conspiration et association de malfaiteurs

Alexandra
24-08-2008, 08:03 AM
Conspiracy and association to commit offences
Conspiration et association de malfaiteurs

Αυτό φαίνεται απόλυτα λογικά, σημαίνει "συνωμοσία και σύμπραξη για την διάπραξη αδικημάτων" ή "συνωμοσία και σύσταση συμμορίας".
Το ελληνικό "σύσταση και συμμορία" είναι πέρα από κάθε λογική.

nickel
25-08-2008, 03:02 PM
Επανέρχομαι στα ρήματα μια και δεν βρέθηκε ακόμα νομικός να μας εξηγήσει τι έγινε με τη «σύσταση».

Θυμήθηκα σήμερα το recommended, συχνή λέξη σε κείμενα πληροφορικής. Σύμφωνα με τη Microsoft, συνιστάται ή προτείνεται ή προτεινόμενος ή συνιστώμενος. Θα μπορούσαμε ίσως να προσθέσουμε και το ενδείκνυται.

Έχουμε δηλαδή το συνιστώ (2), παθητική συνιστώμαι, 3ο πρόσωπο συνιστάται και μετοχή συνιστώμενος. Και πρέπει να διακρίνεται από το συνίσταται του συνιστώ (3), π.χ. (ΛΚΝ) O ρόλος του δασκάλου συνίσταται στη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων.

Αυτό το συνιστώ (3), συνίσταμαι φτιάχνει και τις μετοχές συνισταμένη και συνιστώσα:

συνισταμένη, η O30 γεν. πληθ. συνισταμένων : 1α. (μαθημ.) το άθροισμα δύο ή περισσότερων ευθύγραμμων τμημάτων. β. (μηχ.) δύναμη που μπορεί να αντικαταστήσει άλλες δυνάμεις, τις συνιστώσες, χωρίς να μεταβληθεί το αποτέλεσμα. 2. (μτφ.) το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη σύνθεση δύο ή περισσότερων συντελεστών, των συνιστωσών: Το πρόβλημα της πείνας στις υπανάπτυκτες χώρες είναι συνισταμένη πολλών επί μέρους προβλημάτων. H τελική απόφαση του συμβουλίου αποτελεί συνισταμένη πολλών απόψεων.

συνιστώσα, η O25 : 1. (μηχ.) καθεμιά από τις δύο ή περισσότερες δυνάμεις που μπορούν να αντικατασταθούν από μία μόνη, τη συνισταμένη. 2. (μτφ.) καθένας από τους συντελεστές που συνθέτουν ένα σύνθετο φαινόμενο: Η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού είναι μία από τις συνιστώσες της καθυστέρησης στον κλάδο της βιομηχανίας.

Στα μαθηματικά, έχουμε στα αγγλικά resultant force (ή net force) για τη «συνισταμένη» και component forces ή components για τις «συνιστώσες».

Στις μεταφορικές σημασίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε επίσης το combined result για τη «συνισταμένη» και το constituents για τις «συνιστώσες».

Ένα συνηθισμένο λάθος στα ελληνικά είναι να λέμε συνισταμένες αντί για συνιστώσες, π.χ. οι *συνισταμένες του προβλήματος.

NatCat
25-08-2008, 03:34 PM
Λοιπόν, μερικές διευκρινίσεις για τη "σύσταση και συμμορία".

Στην προϊσχύσασα μορφή του, το άρθρο 187 ΠΚ είχε ως εξής:

"Άρθρο 187.
Σύσταση και συμμορία

1. Όποιος συμφωνεί με άλλον να διαπράξουν ορισμένο κακούργημα ή ενώνεται με άλλον για τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που δεν καθορίστηκαν ακόμη ειδικά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

2. Όποιος συμφωνεί ή ενώνεται με άλλον για να διαπράξουν ένα ή περισσότερα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται με φυλάκιση.

3. Ο υπαίτιος απαλλάσσεται από την ποινή των προηγούμενων παραγράφων αν με αναγγελία στην αρχή καταστήσει δυνατή την πρόληψη της διάπραξης των κακουργημάτων ή πλημμελημάτων."

Με βάση το παραπάνω άρθρο, τυποποιούνταν δύο αυτοτελή εγκλήματα: Η σύσταση ("συμφωνεί... να διαπράξουν ορισμένο") και η συμμορία ("ενώνεται...για τη διάπραξη περισσότερων"). Αλλά επειδή οι ημιμαθείς (δημοσιογράφοι και όχι μόνο) δυσκολεύονταν να τα διακρίνουν, επικράτησε να μιλούν και να γράφουν για το έγκλημα "σύστασης και συμμορίας" ή (ακόμα καλύτερα) "σύστασης συμμορίας".

Από το 2001, το άρθρο 187 έχει τροποποιηθεί και τιτλοφορείται "Εγκληματική οργάνωση" ("Με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται από τα άρθρα [ακολουθεί η παράθεση των μισών άρθρων του ΠΚ]").

Ας ελπίσουμε και οι δημοσιογράφοι να εγκαταλείψουν κάποια στιγμή την ορολογία περί σύστασης και συμμορίας.

[Και αυτό ήταν το πρώτο μου μήνυμα στο forum. :-) Καλώς σας βρήκα! ]

nickel
25-08-2008, 05:33 PM
Πολύ ωραία και διαφωτιστικά και ευχαριστούμε! Βλέπω ότι η αγορά εξακολουθεί να έχει κάποια προβληματάκια. Π.χ. δίπλα στη «σύσταση εγκληματική οργάνωσης» βρίσκει κανείς και «συγκρότηση» και «ίδρυση» — «σύμπηξη» νομίζω δεν είδα...

Και το γνωστό πρόβλημα: «σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση», που εμένα πάντα με ενοχλεί, σαν σύνταξη, σαν να είναι ξεκρέμαστη η «σύσταση».


(Καλή αρχή, NatCat!)

NatCat
25-08-2008, 05:44 PM
"σύμπηξη" LOL! ου μην και "σύντηξη" εγκληματικής οργάνωσης...

Η αγορά πράγματι έχει "προβληματάκια". Το δράμα είναι ότι η ενλόγω αγορά περιλαμβάνει και τους δικηγόρους. Οπότε κακώς τα βάζω με τους έρμους τους δημοσιογράφους.

[nickel: Ακόμα μου χρωστάς το θέμα περί εισαγωγικών. Περιμένω...]

Zazula
09-09-2008, 11:55 AM
Επειδή κατά το παρελθόν μου 'χε κάτσει κι εμένα στραβά εκείνο το «σύσταση και συμμορία», η τότε έρευνά μου είχε καταλήξει στα ακόλουθα:

Πρώτα, από ένα λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (Αθαν. Φραγκούλης, εκδ. Πατάκης 2001) — μιλάμε για πάρα πολλές σημασίες:
σύστασις, -εως (η), ουσ., [συνίστημι και συνίσταμαι] συνένωση / συνάθροιση / εταιρεία / συντεχνία / φατριασμός, συνωμοσία / συναρμογή / κατασκευή, σύνθεση / γένεση, προέλευση, καταγωγή / διάθεση, κατάσταση / σύγκρουση, συμπλοκή / σύσταση / στενοχώρια / συνάντηση / αρχή, ύπαρξη / ουσία

Και κατόπιν το Λεξικό της Πρωίας (1933):
σύστασις, -εως (η) και σύσταση || (νομ.) ένωσις δύο ή περισσοτέρων προσώπων προς εκτέλεσιν εγκληματικής τινος πράξεως || (στρατ.) εσπευσμένη συγκέντρωσις των ανδρών στρατιωτικού τινος τμήματος, ευρισκομένου εν αραιά τάξει, περί τον ηγήτορα

Ο Δημητράκος, πέραν των δύο εννοιών που παρέθεσα από το Πρωίας, συμπληρώνει επίσης:
συνάντησις, συγκέντρωσις (κ. μτφ.) || συνδυασμός || όμιλος ανθρώπων, ομάς || πολιτική ένωσις || φιλία, συμμαχία || συνωμοσία || μάχη εκ του συστάδην

Οπότε εγώ τότε συμπέρανα ότι σύστασις στ' αρχαία σήμαινε τη συγκέντρωση, την ομάδα, το να βρίσκονται άνθρωποι μαζί, το να συσπειρώνονται σε κάτι, και κατόπιν η λέξη πήρε και αρνητική χροιά δηλώνοντας τέτοιου είδους ενώσεις — οπότε κι εγώ (θεώρησα ότι) κατανόησα το πώς προέκυψε η νομική χρήση του όρου.