- Greek dialogue
- Ο κόμπος ανέβηκε στον λαιμό μου
- πατρώνυμο = father's name. πατρωνυμικό, πατρωνύμιο = patronymic
- κάραβος
- σπηλιά του Αλή Μπαμπά = Ali Baba's cave, treasure trove
- ντου = raid, bust | leap forward
- φιδάκι
- κατ' επάγγελμα
- Greek dramatic dialogue: Η Αυλή των Θαυμάτων Ιάκωβος Καμπανέλλης
- ο τρώσας και ιάσεται = he that wounded shall heal; only he who inflicts the wound can cure it / can heal it
- Ηρακλής - ο "γηραιός" = Iraklis - the "old one"
- (σα) ζαλισμένο κοτόπουλο = (as if) punch-drunk, dazed, confused
- Obscure conversational idiom
- μεσοσταθμικός
- τσαμπουκάδες και αρχηγιλίκια
- αλλοτροπισμός και αλοτροπισμός = allotropism και halotropism
- (δια) πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν (εν τω λαώ) = (for) every disease and every illness (among the people)
- κόσμος και κοσμάκης
- ντιβανοκασέλα = divan with storage, couch with storage
- μαντράχαλος
- ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα
- καθαρόαιμο
- ημερόπλοιο
- αποκομματικοποιώ, αποκομματικοποίηση
- Σ' αγαπώ, κυρά, να κλάνεις αλλά μην το παρακάνεις.
- ρέκτης
- Cypriot proverb
- Figures of thought- Configurations of thought-Ορος σε Αρχαια Ελληνική Γραμματεία
- σαλίγκαρος
- όποιος καεί με το χυλό φυσά και το γιαούρτι = once bitten, twice shy; a burnt child dreads the fire
- κάρτα αποδείξεων (κν. φοροκάρτα) = receipt card
- ανακριτής = investigating judge / magistrate, examining judge / magistrate
- έχει το ακαταλόγιστο
- κλείσε, θα σε πάρω εγώ | πάρε το μηδέν | γουρδώνω το περπούτσι παράμοιρα
- καρδιοφρενική γωνία
- Άντε να μην φωνάξω το 100
- απεντόμωση | μυοκτονία
- Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος = You can't get blood from a stone
- Omitting genitives after nouns
- Παιδίν μου, μάθε γράμματα και ωσάν εσέναν έχει
- αλληλόχρεος λογαριασμός
- σιγά σιγά
- δράκος = dragon | ogre | serial rapist and killer
- υπόδικος
- Καλώς τα δεχτήκαμε
- Καπ καπ, απ κατ, κατ καμ, γκαπ γκαπ
- Η ώρα της Εκάβης
- ευ
- Να πάρουμε των 2 ή των 6;
- μαρκούτσι
- σωληνάκι επιστροφής
- σου τη φοράει
- επιτροπεία = administration (;)
- Πτυχίο = Degree ή Diploma ή Bachelor Degree;
- ομερτά = οmertà
- εκσεσημασμένος
- Χατζη-
- τσάπινγκ = weeding | small-plot gardening
- Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια
- Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) = Greek People's Liberation Army (ELAS)
- Χάρρυ Κλυνν Τρελλός για δέσιμο ο Χατζηλάστιχος
- φις (plug, jack) και φίσα (chip)
- μηχανικός υπολογιστών = computer engineer
- ΑΣΕΠ = Supreme Council For Civil Personnel Selection. ΕΠΕΑΕΚ = Operational Programme for Education and Initial Vocational Training
- Μπορεί να πουλήσει ψυγεία στους Εσκιμώους...
- μαγιά
- Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω
- σύρριζα
- ΙΧΘΥΣ = Ichthys
- εν θερμώ = in the heat of the moment
- κομοδινί
- κρατάει φανάρι
- τσίχλα
- probability distribution = πιθανοτική κατανομή
- δημοψήφισμα = referendum, plebiscite
- στοχοκυττάρωση = leptocytosis, codocytosis
- από το "Δόξα τω Θεώ" στο "Βόηθα, Παναγιά"
- Πλατεία Κλαυθμώνος
- στο παρά πέντε, στο τσακ = in the nick of time
- Tο ψάρι, το κοτόπουλο και η γυναίκα θέλουν χέρι
- εικοσπενταράδες, κοσπενταράδες = χωροφύλακες
- βρήκα το μήνα που τρέφει τους έντεκα = I've found the goose that lays the golden eggs
- δένω το γάιδαρό μου
- a whirlwind romance = θυελλώδης έρωτας, θυελλώδης σχέση, θυελλώδες ρομάντζο
- γράψε λάθος = my mistake, it was just a mistake
- συνωμοσιολογία
- και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ
- κομβολογιοειδής = ?
- θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου = Lord, set a guard upon my lips
- σταγονίδια = droplets | (fig.) remnants, elements
- αυτοφωράκιας = fall guy, frontman
- τιμάριο = (ιστ.) timar | (μτφ.) fiefdom, fief
- (βάζει) κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες
- αγαθόκλα
- Παίζουμε τις κουμπάρες;
- διπλό
- αυτόφωρο - αυτόφωρη διαδικασία
- σαν στραβοχυμένος λουκουμάς
- γλυκάδια
- εποικιστικό δίκαιο
- το γύρισε στον καλαματιανό
- κάστανα
- μαρμαροχυτό
- ρόκα <electr.>, καρφάκι-ρόκα = nail-in (cable) clip
- a heart bypass operation
- πρέπει να περάσουμε από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ
- κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις
- έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος
- απολογία
- υποσέντονο = underpad
- ο ματατζής, η ματατζού
- λαίμαι
- πρωτόκολλο & αριθμός πρωτοκόλλου
- μελομακάρονο, μελομακάρουνο
- σμερδαλέος = terrible (to look on or hear), horrible, fearful
- κουρσούμι = bearing ball | lead pellet, metal pellet | slingshot pellet | metal marble | (μτφ.) heavy load, lead weight | piece of lead | blockhead, stupid clod
- κάτσε να δούμε
- σιμπιζάκι = (αργκό) in beige
- η κολοκυθιά
- Αυτά είναι παραμύθια της Χαλιμάς
- ευχέρεια από επιταγές
- άπαπα = no way, Jose
- Το χειροκρότημα
- μπιρ παρά = for a song
- τραβάω τα μαλλιά μου
- ανεμοσέρνομαι
- Έκαστος τον οβολόν του
- ψωνίζω από σβέρκο
- βγάζω από τη μύτη
- στο περίπου
- Πόσα θες να μας τρελάνεις; = Are you trying to drive us all nuts?
- σκυλούδες, σκυλοτραγουδιστές, σκυλάδικα
- Τι Λωζάννη, τι Κοζάνη
- Όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη
- Ιδιωματικές εκφράσεις με κύρια ονόματα
- ερπετό, κάγκουρας, κάβουρας
- Όπου γης και πατρίς = Home is where I hang my hat | Home is where I lay my head (to sleep / at night) | (Lat.) ubi bene ibi patria
- στο βάθος κήπος
- διάθεση ρήματος
- Μεταξύ νταλικέρηδων
- παραγωγικοί φορείς
- μηχανοδηγός χειριστής μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή
- βγαίνω παλικάρι
- νταλκαδιάρικος/νταλκαδιάρης
- προς το παρόν μονόδρομης μιας
- αγκαλιά
- αν έχετε τα κότσια = if you have what it takes, if you have the guts
- Ο ταρίφας κατεβαίνει τη Συγγρού
- σουπερατζού = CG operator
- αίσθηση του μέτρου = sense of proportion, sense of perspective, sense of moderation, sense of measure
- το γαμίδι
- Γρήγορος και... σεκλετισμένος
- Τζόγος να γίνεται!
- εν στενή εννοία Δημóσιο
- κατά γενική εκτίμηση
- Che fece .... il gran rifiuto
- δεν αποκλείω / δεν αποκλείεται
- ... του Γεωργίου
- ένα πράγμα, άλλο πράγμα
- ιταλοποίηση = Italianization
- νεοτενία = neoteny
- έχει χάσει τη δεδηλωμένη
- Η παπαριά είναι ένα δέντρο σαν την αχλαδιά μόνο που δεν κάνει αχλάδια
- Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους
- γκαλοπατζής = pollster
- λαπιτόπι
- Πνίγονται τα καράβια;
- Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.X.
- Να σε κάψω, Γιάννη, να σ' αλείψω μέλι
- Μπρε σεις, εργάτε
- έχει IQ ραδικιού
- Ρωσιδάκια
- δουλειά δεν είχε ο διάολος = the devil finds work for idle hands to do
- αναγέρνω
- παρά τω πρωθυπουργώ = attached to the prime minister
- Τα μίδια επιτέλους θα διαβούνε
- Καθαρά Δευτέρα, Καθαρή Δευτέρα = Clean Monday
- AK => (Greek) Civil Code vs (G)CC
- ατέλεστη δικαιοπραξία
- Του φτωχού το εύρημα, ή καρφί ή πέταλο.
- ζμπρώγνω
- έβγαλες τ' απωθημένα σου
- θεατρίνα
- δεν πα' να 'ναι μαχτρία
- Δεξιότερα, Κουροπάτκιν = Further to the right, Kuropatkin
- παπούτσι απ' τον τόπο σου (κι ας είν' και μπαλωμένο) = better wed over the mixen than over the moor
- κατσιάζω
- ρετροσέξουαλ / ρετρό
- Η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση = Greece is destined to live and will live
- το κοκαλάκι της νυχτερίδας
- Με φόρα μπαίνει
- Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί πότε ο κώλος του πονεί = One of these days is none of these days
- ετσιθελικά = arbitrarily
- Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία (ΙΚΕ) = Private Company
- μουτζαχεντίν
- αναπροσανατολισμός;
- ομιλών, ομιλούσα
- υπό διαμόρφωση ερευνητικών ανησυχιών
- ανάγουν τα ελληνικά στο επίπεδο δεύτερης απαιτούμενης γλώσσας
- πακέτο δράσεων
- ελληνογνωσία ελληνομάθεια
- κάνω τον Κινέζο = feign ignorance
- χαρακτηρισμένη αιγιάλεια ζώνη
- μπαλαφάρα
- υπαστυφύλακας
- παρατοποθετώ = mislay, misplace
- άστα να πάνε!
- ένα πρες-παπιέ από Τίμιο Ξύλο
- όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω
- Σημεία Στίξης - Ερμηνεία " / " καθέτου ή διαγωνίου
- μετόπη (λεωφορείου)
- Τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πεντέξι
- Στης Πάργας τον ανήφορο, κανέλα και γαρίφαλο!
- παρθενογένεση = (μτφ.) parthenogenesis, virgin birth, ex nihilo creation
- ενεργητική / παθητική νομιμοποίηση = standing to sue / to be sued
- τα ιλαρά
- επί ξύλου κρεμάμενος
- υποστηρίζω ότι = argue that = υποστηρίζω ότι
- αφόρμηση = starting point
- αν δεν είναι τσίτα όλα
- όξω πούστη απ' την παράγκα!
- που λένε και στο χωριό μου
- Zήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι
- ζήτημα ζωής ή/και θανάτου: ένα κουίζ
- αμ' έπος αμ' έργον
- δυστροπία (νομ.)
- ο σοφός λαός
- Είσαι κουκλάρα ν' ανοίξουμε το μύδι; Με την καλή έννοια βέβαια!!
- θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει
- Πριτσικουκιμοροπίνικο
- μπάλα, παίρνει η
- σουρλουλού
- έχεις ξεφύγει
- τηλεθέρμανση = district heating, teleheating
- ο μαλάκας της υπόθεσης
- έγκυος, εγκυμονώ, γκαστρωμένη
- και καλά /σώνει και καλά
- Παροιμιώδεις στίχοι της ελληνικής ποίησης
- τετραπετάλουδο = four-throttle, 4-throttle
- (παίζω) εν ου παικτοίς
- κοντός ψαλμός αλληλούια = we're almost there; it won't be long now; ... is round the corner; nearly time now
- Είναι καλό πράγμα ο υπεράριθμος;
- το μη χείρον βέλτιστον = (settle for / choose) the lesser of two evils
- Δεν υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία
- διερευνητική εντολή = exploratory mandate
- Καλά σου κάνανε = You got what you deserved; it served you right
- Σιγά το ταβάνι and Σιγά και γελάσαμε
- θα γελάσει ο κάθε πικραμένος
- γκεσέμι = lead goat | (μτφ.) bellwether, forerunner, leader, pacesetter
- Όπλο παρά πόδα